Η πρόσφατη Κοινή Υπουργική Απόφαση των υπουργών Παπαθανάση, Φλωρίδη και Πλεύρη δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη αντιμεταναστευτική ρύθμιση. Συνιστά μια θεσμική και ηθική διολίσθηση, η οποία μετατρέπει το δικαίωμα στη νομική προστασία σε εμπορεύσιμο είδος και τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης σε «κυνηγούς κεφαλών». Η πρόβλεψη ενός οικονομικού «μπόνους» ύψους 250 ευρώ προς τους δικηγόρους, με μοναδικό κριτήριο να «πείσουν» έναν κατατρεγμένο άνθρωπο να παραιτηθεί από το αίτημα ασύλου και να επιλέξει την «εθελούσια» επιστροφή, σοκάρει κάθε δημοκρατική συνείδηση.
Το κυνικό αυτό εύρημα έρχεται να συμπληρώσει το δόγμα «επιστροφή ή φυλακή». Αφού η κυβέρνηση απέκλεισε τις ΜΚΟ από τη νομική υποστήριξη, επιχειρεί τώρα να εργαλειοποιήσει το ίδιο το δικηγορικό σώμα. Η βασική αμοιβή για τη νομική συμβουλευτική ορίζεται στα 160 ευρώ. Αν, όμως, ο δικηγόρος καταφέρει μέσα σε δύο μήνες να οδηγήσει τον μετανάστη στην έξοδο από τη χώρα, τότε ανταμείβεται με επιπλέον 250 ευρώ. Η ίδια η δομή της αμοιβής αποδεικνύει τις προθέσεις και η αποτροπή και η εκδίωξη κοστολογούνται ακριβότερα από την ίδια την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του κρατικού ρατσισμού. Η ελληνική πολιτεία δεν αντιμετωπίζει τους αιτούντες άσυλο ως υποκείμενα δικαιωμάτων που δικαιούνται δίκαιη κρίση, αλλά ως αριθμούς προς εκκαθάριση. Το σύστημα ωθεί τον νομικό παραστάτη, τον άνθρωπο που οφείλει να είναι το τελευταίο καταφύγιο του αδυνάμου, να λειτουργήσει ενάντια στα συμφέροντα του εντολέα του για το οικονομικό όφελος. Αυτή η πολιτική υποσκάπτει θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθιστώντας τη νομική αρωγή μια κακόγουστη φάρσα.
Παράλληλα, η συγκεκριμένη μεθοδευμένη υποβάθμιση του νομικού πολιτισμού εκθέτει ανεπανόρθωτα τη χώρα σε διεθνές επίπεδο. Όταν το κράτος θεσμοθετεί χρηματικά κίνητρα για την ακύρωση των δικαιωμάτων των προσφύγων, ουσιαστικά νομιμοποιεί μια κουλτούρα συναλλαγής εις βάρος των πιο ευάλωτων. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ξεκάθαρο: η ανθρώπινη ζωή και η ανάγκη για διεθνή προστασία υποτάσσονται στην πολιτική ατζέντα ακροδεξιάς κοπής. Έτσι, η δικαιοσύνη απογυμνώνεται από κάθε ίχνος ανθρωπισμού, μετατρέποντας το κράτος δικαίου σε έναν στυγνό μηχανισμό διεκπεραίωσης απελάσεων.
Αυτή η ωμή εμπορευματοποίηση των δικαιωμάτων δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο για το μέλλον της εγχώριας έννομης τάξης. Αν η επιβράβευση της παραίτησης από τη νομική άμυνα γίνει αποδεκτή ως συνήθης διοικητική πρακτική, τότε ανοίγει ο δρόμος για την ανάλογη εργαλειοποίηση και άλλων κλάδων του δικαίου. Η ηθική απαξίωση που επιχειρείται δεν αφορά μόνο τους ξένους, αλλά διαβρώνει συνολικά τα θεμέλια της ισονομίας.
Η απάντηση μέρους του νομικού κόσμου ήταν άμεση και αντανακλά τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Ηχηρό «όχι» βροντοφώναξαν οι δικηγορικοί σύλλογοι, αρνούμενοι να γίνουν συνένοχοι σε αυτή την υποτίμηση του λειτουργήματός τους. Η δικηγορία υπάρχει για να υπερασπίζεται τον άνθρωπο απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία, όχι για να γίνεται το μακρύ χέρι των απελάσεων.
Ως προοδευτικοί πολίτες, οφείλουμε να αναδείξουμε ότι ο ρατσισμός της εποχής μας δεν φοράει μόνο μπλουζάκια με σύμβολα της Χρυσής Αυγής στους δρόμους, ούτε κρατάει τσεκούρια σαν εκείνο το αξέχαστο του Βορίδη. Φοράει το κοστούμι της γραφειοκρατίας, υπογράφει ΦΕΚ και μιλάει τη γλώσσα των οικονομικών κινήτρων. Η αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και τους μετανάστες δεν είναι φιλανθρωπία, είναι πολιτικό καθήκον. Η ανατροπή αυτής της ΚΥΑ της ντροπής είναι ο μόνος δρόμος για να κρατήσουμε όρθια την αξιοπρέπεια της κοινωνίας μας και την όποια ακεραιότητα της Δικαιοσύνης απέμεινε.
*Η Μαρία Κυριακίδου είναι νομικός.
