Κάθε Ιούλιο, το αστικό πολιτικό σύστημα φορά τα γιορτινά του για να τιμήσει την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Στους λαμπερούς κήπους του Προεδρικού Μεγάρου ανταλλάσσονται χειραψίες, ανοίγονται ακριβά κρασιά και εκφωνούνται βαρύγδουποι λόγοι για την ελευθερία, την ισονομία και τα δικαιώματα.
Πίσω από τα φώτα της γιορτής όμως, κρύβεται μια διαφορετική πραγματικότητα: μια Δημοκρατία ακρωτηριασμένη, βαθιά πατριαρχική και ταξική, που όχι μόνο αδυνατεί να προστατεύσει τις γυναίκες, αλλά τις στοχοποιεί συστηματικά όταν εκείνες διεκδικούν δημόσιο λόγο και πολιτική υπόσταση.
Η φετινή επέτειος βρίσκει τη χώρα βυθισμένη σε ένα πρωτοφανές κυβερνητικό ντελίριο μισογυνισμού, που αποδεικνύει ότι για τη δεξιά παράταξη η γυναικεία παρουσία στην πολιτική είναι ανεκτή μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο. Όταν οι γυναίκες αποκτούν φωνή, γίνονται απειλητικές και το σύστημα επιστρατεύει τα πιο χυδαία σεξιστικά στερεότυπα για να τις μειώσει.
Η πρόσφατη, απαράδεκτη επίθεση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή εναντίον της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωής Κωνσταντοπούλου, αποτελεί μνημείο πατριαρχικής αλαζονείας. Το να εγκαλεί ο πρωθυπουργός μια πολιτική του αντίπαλο ισχυριζόμενος ότι «βρίσκεται σε κάποιου είδους οίστρο» και να ζητά από το σώμα να την αντιμετωπίσει «με την κατανόηση που της αρμόζει», είναι μια απολύτως συνειδητή απόπειρα πολιτικής εξόντωσης μέσω της βιολογικοποίησης και της ψυχιατρικοποίησης του πολιτικού λόγου. Είναι η αναβίωση της μεσαιωνικής θεωρίας περί «υστερικής γυναίκας» που δεν μπορεί να ελέγξει τα συναισθήματά της.
Τη σκυτάλη της χυδαιότητας πήρε αμέσως μετά ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, Δημήτρης Καιρίδης. Ο ίδιος, επέλεξε να επιτεθεί στις γυναίκες που εντάσσονται και στελεχώνουν την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη ( ΕΛ.Α.Σ.). Χαρακτηρίζοντάς τις ως «ξανθά πουλέν στην πίστα με αστική αισθητική», ο κ. Καιρίδης υποβίβασε επιστήμονες και αγωνίστριες σε αντικείμενα νυχτερινής διασκέδασης και θεάματος. Η φράση αυτή, που έρχεται να προστεθεί στο παλαιότερο υποτιμητικό του «άσε μας κουκλίτσα μου» προς την κ. Κωνσταντοπούλου, αποκαλύπτει τον βαθύ, δομικό σεξισμό που διαπνέει το κυβερνών κόμμα.
Το σεξιστικό οπλοστάσιο της κυβέρνησης όμως έχει βαθιές ρίζες και πολλούς εκφραστές. Ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, κρατά τα σκήπτρα αυτού του κατήφορου. Είναι ο ίδιος που εξαπέλυσε λεκτική επίθεση στη Ζωή Κωνσταντοπούλου αποκαλώντας την «υστερική» μέσα στην Ολομέλεια της Βουλής, και ο ίδιος που χρησιμοποίησε το χυδαίο «μην μου το παίζεις παρθένα» εναντίον της Αννέτας Καββαδία.
Αυτή η κουλτούρα μισογυνισμού, διαποτίζει ολόκληρο το κυβερνητικό οικοδόμημα. Ο τότε υφυπουργός Υγείας, Δημήτρης Βαρτζόπουλος, προκάλεσε σοκ όταν ισχυρίστηκε ότι οι γυναίκες είναι από τη φύση τους προγραμματισμένες για το «τίκτειν», νομιμοποιώντας την έμφυλη βία ως δήθεν «φυσικό φαινόμενο». Την ίδια στιγμή, ο βουλευτής Δημήτρης Καλογερόπουλος, σε μια επίδειξη πατριαρχικής απαξίωσης, είπε υποτιμητικά στο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ Μάρα Κουκουδάκη πως «ο σύζυγός σας είναι ήρωας», αρνούμενος να αναγνωρίσει την αυτόνομη πολιτική της υπόσταση.
Πώς περάσαμε από το ιστορικό ορόσημο της Μεταπολίτευσης, όπου η Μαρία Δαμανάκη, ως η καθαρή, αγέρωχη φωνή του Πολυτεχνείου, συμπύκνωνε τους πόθους ενός ολόκληρου λαού για ελευθερία, σε αυτόν τον βούρκο; Η Μαρία Δαμανάκη στοχοποιήθηκε τότε από τη χούντα. Σήμερα, η «Δημοκρατία» των αρίστων στοχοποιεί γυναίκες αντιπάλους. Η ιστορική σύγκριση ρητορικής είναι τρομακτική και αποτυπώνει την πλήρη ιδεολογική επικράτηση μιας επιθετικής, συντηρητικής πατριαρχίας.
Η χυδαία αυτή ρητορική δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επικοινωνιακό ατόπημα. Αποτυπώνει μια βαθύτερη πολιτική πραγματικότητα: την επίμονη προσπάθεια να περιοριστεί η γυναικεία παρουσία στη δημόσια ζωή, είτε μέσω του αποκλεισμού από τα κέντρα λήψης αποφάσεων είτε μέσω της απαξίωσης εκείνων που διεκδικούν χώρο, φωνή και πολιτική αυτονομία. Τα επίσημα στοιχεία ξεσκεπάζουν τη δεξιά υποκρισία περί δήθεν «συμπερίληψης»: στο υφιστάμενο κυβερνητικό σχήμα της Νέας Δημοκρατίας, συμμετέχουν μόλις 12 γυναίκες σε σύνολο 58 μελών. Αυτό το ισχνό ποσοστό του 20,7% αποδεικνύει ότι η δομική υπο-εκπροσώπηση και οι σεξιστικές επιθέσεις αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Η πραγματική αποκατάσταση της Δημοκρατίας δεν θα κριθεί στις δεξιώσεις της ελίτ. Θα κριθεί στους καθημερινούς αγώνες απέναντι σε όσους αναπαράγουν την ανισότητα, τον σεξισμό και την ταξική εξουσία. Απέναντι στους «οίστρους», τα «πουλέν» και την πολιτική απαξίωση, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή. Είναι η οργάνωση, η αλληλεγγύη και ο ανυποχώρητος αγώνας για μια Δημοκρατία στην οποία οι γυναίκες δεν θα χρειάζεται να αποδεικνύουν διαρκώς ότι δικαιούνται να βρίσκονται στο δημόσιο χώρο.
