Ούτε η Ιστορία ούτε η επικαιρότητα γράφονται με τα «αν», όμως αναρωτιέμαι τι θα συνέβαινε αν στη διάρκεια της κοινής συνέντευξης Τύπου του Μπαράκ Ομπάμα και του Αλέξη Τσίπρα κάποιος δημοσιογράφος ρωτούσε τον Αμερικανό ηγέτη αν σκοπεύει να μειώσει την ποινή της 28χρονης Τσέλσι Μάνινγκ, που το 2013 καταδικάστηκε 35 χρόνια για κατασκοπία.
Η Τσέλσι, που πριν υποβληθεί σε ορμονοθεραπεία ήταν αγόρι και ονομαζόταν Μπράντλεϊ, ήταν ο στρατιώτης που έδωσε στα Wikileaks πολλά απόρρητα έγγραφα σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, καθώς και το πασίγνωστo βίντεο που δείχνει δύο αμερικανικά ελικόπτερα να ανοίγουν πυρ κατά αμάχων στη Βαγδάτη. Τότε, το 2007, σκοτώθηκαν εφτά άνθρωποι, ανάμεσά τους ένας πατέρας μπροστά στα δυο του παιδιά, καθώς και δύο εργαζόμενοι στο Ρόιτερς.
Σήμερα όμως η Τσέλσι έχει γίνει ειδησάκι των δύο γραμμών. Επομένως, η έγνοια για την τύχη της θεωρείται εκτός θέματος, κατάλοιπο ενός αναχρονιστικού αντιαμερικανισμού.
Μια σύντομη υποσημείωση στο μεγάλο βιβλίο της Ιστορίας είναι η υπόθεση της Τσέλσι Μάνινγκ, που πρόσφατα προχώρησε σε δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας στη φυλακή υψίστης ασφαλείας του Κάνσας όπου κρατείται. Την πρώτη φορά έκανε απόπειρα γιατί την έβαλαν σε απομόνωση επειδή στο κελί της βρέθηκε μη εγκεκριμένο αναγνωστικό υλικό (ανάμεσά τους το περιοδικό «Vanity Fair», ένα μυθιστόρημα και η έκθεση μιας επιτροπής του Κογκρέσου για τα βασανιστήρια).
Τη δεύτερη φορά τιμωρήθηκε με απομόνωση επειδή οι απόπειρες αυτοκτονίας απαγορεύονται. Τώρα η Μάνινγκ ζητά από τον Ομπάμα, στις στερνές προεδρικές του μέρες, να μειώσει την ποινή της καθώς με τον επερχόμενο τυφώνα Τραμπ η ζωή της στη φυλακή θα γίνει ακόμα πιο σκληρή.
Δεν γίνεται να είναι κανείς και με τον Ομπάμα και με την Τσέλσι. Με τον πρόεδρο των drones, αλλά και με τους νεαρούς μαύρους που πέφτουν νεκροί σαν τα κουνούπια από σφαίρες αστυνομικών στις αμερικανικές πόλεις. Σύμφωνοι, κανένα drone δεν έχει πλήξει στόχους στο ελληνικό έδαφος, ούτε η ελληνική αστυνομία σκοτώνει άοπλους μαύρους στους δρόμους μας. Ωστόσο, τίποτα το μη ανθρώπινο δεν μπορεί να μας είναι ξένο και ας συμβαίνει μακριά.
Με έναν τρόπο, οι λίγες χιλιάδες άνθρωποι που διαδήλωσαν ειρηνικά -και δίχως μολότοφ- με αφορμή την επίσκεψη του Ομπάμα, το έκαναν «και» για την Τσέλσι και ας μη φώναξαν συνθήματα, και ας μην κράτησαν πανό που να ζητούν την αποφυλάκισή της.
Η γυναίκα αυτή, που αποκλίνει από τη λεγόμενη κανονικότητα, δεν έχει τη μεθοδικότητα και τη γοητεία του Σνόουντεν, ούτε η ζωή της γυρίστηκε ταινία (μέχρι στιγμής). Αγαρμπη ήταν η διαρροή στην οποία προχώρησε, χωρίς να έχει καλύψει τα νώτα της. Διεμφυλική, ευάλωτη και τσακισμένη η Τσέλσι, όμως ύψωσε το ανάστημά της (έχει ύψος μόλις 1,57) μπροστά στην κτηνωδία του πολέμου, ενώ ο τρόπος που πληρώνει το «έγκλημά» της ξυπνά την οργή και όχι τη στοργή μας.
Ο αντιαμερικανισμός στις μέρες μας είναι μια γραφικότητα, μια κούφια συνθηματολογία, λένε σήμερα πολλοί. Ομως η ιστορία της Τσέλσι Μάνινγκ δεν έρχεται από το βαθύ παρελθόν, αλλά φωτίζει ένα αδυσώπητο παρόν κι ένα πολύ κοντινό μέλλον.
