Η «απροθυμία» της κυβερνητικής αντιπροσωπείας στο Παρίσι να προχωρήσει στην υλοποίηση όλων των μέτρων που είχε συμφωνήσει στο παρελθόν με την τρόικα και είχε υιοθετήσει με το Μεσοπρόθεσμο, οδήγησε σε αδυναμία ολοκλήρωσης της αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής.
Η μη ολοκλήρωση της αξιολόγησης έχει τρεις σημαντικές συνέπειες. Πρώτον, καθιστά αναγκαία για τους δανειστές την παράταση του ευρωπαϊκού σκέλους του προγράμματος. Διότι χωρίς την αξιολόγηση δεν πρόκειται οι δανειστές να εκταμιεύσουν την τελευταία δόση του 1,8 δισ. ευρώ. Δεύτερον, δημιουργεί εμπλοκή στη συνέχιση του σκέλους της χρηματοδότησης του ΔΝΤ, αφού το τελευταίο προϋποθέτει κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού του προγράμματος. Τρίτον, δεν επιτρέπει λήψη απόφασης του Συμβουλίου Υπουργών για τη χορήγηση προληπτικής πιστωτικής γραμμής.
Η εμπλοκή αυτή αποτελεί τεράστια διακινδύνευση για τη συνέχιση του προγράμματος λιτότητας και την εξυπηρέτηση του χρέους της χώρας. Επομένως προκάλεσε αναταράξεις στις αγορές, λόγω της αβεβαιότητας που δημιούργησε η κυβερνητική στάση. Η κατάσταση αυτή προκλήθηκε βεβαίως από την παρεμβολή της προεδρικής εκλογής στην προδιαγεγραμμένη πορεία του Μνημονίου, αφού σε περίπτωση αδυναμίας εκλογής Πρόεδρου, η χώρα οδηγείται σε βουλευτικές εκλογές, με μεγάλη πιθανότητα λαϊκής απόρριψης της πολιτικής λιτότητας.
Η κυβέρνηση δεν τόλμησε να ρισκάρει εκλογές με ολοκληρωμένη την αξιολόγηση, δηλαδή με ψήφιση των μέτρων που επί μεγάλο διάστημα ανέβαλλε φοβούμενη τη λαϊκή αντίδραση και την καταδίκη στις επόμενες εκλογές. Από την άλλη πλευρά, η στρατηγική της για την αντιμετώπιση της αντιπολίτευσης τον τελευταίο χρόνο ήταν η επικοινωνιακή έξοδος από το Μνημόνιο. Ηλπιζε ότι οι δανειστές θα της επιτρέψουν μια ακόμη αναβολή της εφαρμογής των μέτρων, για την περίοδο μετά τις εκλογές.
Θα μπορούσε να υποτεθεί ότι η κυβέρνηση επέδειξε άγνοια των ευρωπαϊκών διαδικασιών λήψης συλλογικών αποφάσεων, αφού ένα Συμβούλιο Υπουργών δεν είναι δυνατόν να προχωρήσει σε αποφάσεις δεσμευτικού χαρακτήρα με άμεσες υποχρεώσεις πληρωμών και διάθεση πιστωτικής γραμμής, χωρίς την αξιολόγηση της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων. Μια τέτοια υπόθεση όμως καταρρίπτεται από τη στενή και συνεχιζόμενη συνεργασία του κ. Χαρδούβελη με την τρόικα, ώστε όλα να είναι έτοιμα την επομένη των προεδρικών εκλογών. H επίσκεψη Mοσκοβισί, μάλιστα, υποδεικνύει ότι όλα έχουν γίνει σε συνεργασία με τους δανειστές.
Επομένως μέχρι αυτή τη στιγμή, η κυβέρνηση ούτε διαπραγματεύτηκε αναδιάρθρωση του χρέους -που οι δανειστές είχαν αφήσει να εννοηθεί ως επιβράβευση επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων- ούτε έχει εφαρμόσει όλες τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει. Με αυτά τα δεδομένα και τον χρόνο να λειτουργεί σε βάρος της, η κυβέρνηση αποφάσισε την επίσπευση των προεδρικών εκλογών ως κίνηση ελαχιστοποίησης των δικών της πολιτικών ζημιών.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί απόδειξη ότι η κυβέρνηση δεν διαθέτει στρατηγική διαπραγμάτευσης, αφού δεν επιχείρησε αυτή τη στιγμή το έλασσον, δηλαδή τη μακροχρόνια ελάφρυνση της εξυπηρέτησης του χρέους μέσω μιας μεγάλης μετάθεσης δανειακών υποχρεώσεων στο μέλλον και μιας περαιτέρω μείωσης του κόστους εξυπηρέτησης. Αντί αυτού του αιτήματος που οι δανειστές έχουν δηλώσει ότι είναι διατεθειμένοι να συζητήσουν, ζητά προληπτική πιστωτική γραμμή και παραιτείται από τις υπόλοιπες χρηματοδοτήσεις των δανειστών με βάση το ισχύον Μνημόνιο.
Οι κυβερνητικοί ελιγμοί για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων άνοιξαν ένα απρόβλεπτο παράθυρο ευκαιρίας. Διότι η παρούσα εμπλοκή επιτρέπει σε μια άλλη κυβέρνηση να αξιοποιήσει προς όφελος της χώρας ορισμένα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται σήμερα στην ευρωζώνη. Το πιο σημαντικό είναι ότι, λόγω της παρατεταμένης ύφεσης, το δημόσιο χρέος της Ιταλίας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας και σύντομα της Γαλλίας είναι πλέον στο επίπεδο που πυροδότησε την ελληνική κρίση χρέους το 2010.
Το γεγονός αυτό αναγκάζει την ευρωζώνη να προβεί σε κινήσεις που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα χρέους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ανάμεσα στα μέτρα που θα ληφθούν περιλαμβάνονται:
- 1 H δημιουργία ενός μηχανισμού ανάληψης και διαχείρισης ενός τμήματος του χρέους κάθε απειλούμενης χώρας.
- 2 H αντιμετώπιση της ύφεσης που παγιώνεται στην ευρωζώνη, μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης που προετοιμάζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
- 3 H δημιουργία ενός έκτακτου χρηματοδοτικού εργαλείου για μοχλευμένες επενδυτικές πρωτοβουλίες.
Για να μπορέσει η χώρα μας να επωφεληθεί από το νέο αυτό πλαίσιο -και μάλιστα εν όψει αυτού- θα πρέπει στο μεταξύ να διαπραγματευτεί τη συνολική διευθέτηση του δικού της χρέους. Επομένως πολλά κρίνονται από το περιεχόμενο των συμφωνιών που θα συνοδεύουν την προτεινόμενη πιστωτική γραμμή. Διότι οι συνθήκες βιωσιμότητας του χρέους βρίσκονται στον πυρήνα των προϋποθέσεων χορήγησής της.
Με λίγα λόγια, η Ελλάδα πρέπει να διαπραγματευτεί τώρα μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους και να πετύχει την απεμπλοκή της από τις αποτυχημένες συνταγές των μνημονίων, με ένα δικό της πρόγραμμα παραγωγικής ανασυγκρότησης που θα επιτρέπει μια μακροχρόνια δημοσιονομική προσαρμογή με αναπτυξιακή προοπτική. Δεν πρέπει να χαθεί η ευκαιρία που παρουσιάζεται σήμερα από τη ρωγμή που δημιούργησε άθελά της η κυβερνητική επικοινωνιακή πολιτική. Η ευρωπαϊκή λύση για το χρέος είναι η «δεύτερή μας ευκαιρία». Ας αφήσουμε τους Ελληνες να επιλέξουν τους διαπραγματευτές τους με δημοκρατικό τρόπο.
* Οικονομολόγος, τ. ανώτερο στέλεχος της Ευρ. Επιτροπής
