Αλεξάνδρα Μητσιάλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πλησιάζεις τον ναό της κατανάλωσης, έναν από τους τρεις της γειτονιάς σου. Πάνε μερικοί μήνες τώρα που έχεις αποφασίσει να τον πλησιάζεις μόνο μεσημεριανές ώρες, ώρες που ξέρεις ότι κατά κανόνα οι συμπολίτες σου μπουκώνουν την κούρασή τους γύρω από το μεσημεριανό τραπέζι ή έχουν ξαπλώσει για τον σύντομο ύπνο της παρηγοριάς.

Ανέκαθεν τις ώρες του μεσημεριού στο σουπερμάρκετ κυκλοφορούσε λιγότερος κόσμος. Τώρα, που οι αγορές γίνονται με χαρτάκι και προϋπολογισμένο λογαριασμό, δεν κυκλοφορεί σχεδόν κανείς.

Οι πωλήτριες έχουν μετακινηθεί από τα ταμεία και μεταφέρουν από τα τροχοφόρα καλάθια εμπορεύματα τακτοποιώντας τα πάνω στα ξέχειλα ράφια. Ο υπάλληλος που ζυγίζει τα φρούτα και τα λαχανικά στερεώνει καλύτερα τα καρτελάκια με τις τιμές και αφαιρεί ζουληγμένα ή μισοσάπια προϊόντα.

Πριν πλησιάσεις το ψυγείο με τα αλίπαστα, τα αλλαντικά και τα τυριά, που είναι ο στόχος σου, κοντοστέκεσαι στα ψυγεία με τις σφολιάτες και τα κατεψυγμένα λαχανικά. Ρουφάς δροσερό κλιματιζόμενο αέρα και κοιτάζεις προς το βάθος εξεταστικά. Βεβαιώνεσαι ότι θα είσαι ο μοναδικός πελάτης και στήνεσαι μπροστά στο τζάμι.

Ο υπάλληλος σε χαιρετά και σε κοιτάζει στα μάτια περιμένοντας. Τον κοιτάς κι εσύ και η φωνή σου ξεπροβάλλει σιγανή, διστακτική σαν να μην είναι διόλου σίγουρη ή σαν κάτι άλλο να ’θελε να πει.

«Διακόσια πενήντα γραμμάρια φέτα», λέει τελικά και κοιτάς τα γρήγορα εκπαιδευμένα χέρια να κόβουν, να τινάζουν, να τοποθετούν το κομματάκι λευκό τυρί στο χαρτί πάνω στην ηλεκτρονική ζυγαριά. «Κάτι άλλο;», σε ρωτάει ο υπάλληλος. Ξεροκαταπίνεις. «Εξι φέτες κασέρι», ακούγεται πάλι η φωνή σου.

Κομπιάζεις. «Τις θέλω λεπτές…», ξανακούγεται ακόμα πιο σιγανή. Ο υπάλληλος πιάνει το κασέρι, αφαιρεί τη μεμβράνη και αφού ρυθμίσει τη μηχανή κάνει μια δοκιμή. Σου δείχνει τη φέτα και σε ρωτάει: «Τόσο ή μήπως τη θέλετε ακόμα πιο λεπτή;». Η φωνή σου τώρα σχεδόν δεν ακούγεται. «Αν γίνεται, λίγο πιο λεπτή».

Είναι ακριβώς αυτή η στιγμή που θέλεις ν’ ανοίξει η γη να σε καταπιεί ή να παραμερίσουν ως διά μαγείας τα ράφια, τα ψυγεία, τα κασόνια και να σχηματιστεί εκεί μπροστά σου μια δεύτερη σωτήρια οδός προς τη μεγάλη Εξοδο.

Είναι ακριβώς η στιγμή που αυτή η ερωτηματική φράση «ακόμα πιο λεπτή;» του υπαλλήλου αντηχεί στ’ αυτιά σου σαν η μέγιστη ειρωνεία, σαν χλευασμός, σαν αναθεματισμένη ταπείνωση.

Πόσο πιο λεπτές; Μπορούν να γίνουν κι αόρατες; «Τις θέλεις ή καλύτερα να μην τις πάρεις, άνθρωπέ μου. Τι να τις κάνεις, τόσο που είναι λεπτές»; νομίζεις ότι θέλει να σου πει ο υπάλληλος.

Μα εσύ ξέρεις ότι με αντίστοιχα λεπτό τρόπο θα τις φας, όταν έρθει η ώρα. Με την τελετουργία που αξίζει σε ένα ακριβό και σπάνιο έδεσμα. Σ’ ένα έδεσμα που επιτρέπεις μία φορά μόνο την εβδομάδα στον εαυτό σου.

Γιατί υπήρχε κι ο καιρός που η σύνταξή σου άντεχε και την τριπλάσια ποσότητα κασέρι και δύο φορές την εβδομάδα μάλιστα. Κι έπαιρνες φέτα εξάπαντος μισό κιλό, γιατί, τι να κάνουμε, είναι η αδυναμία σου τα τυριά.

Αλλα τυριά βέβαια δεν δοκίμαζες, εκείνα τα ακριβά, τα ξένα, με τους ξηρούς καρπούς και τα πολλά πιπέρια, που τα πουλάει ένα από τα τρία σουπερμάρκετ της γειτονιάς, εκεί που πάνε οι άλλοι, αυτοί που έπαιρναν πιο μεγάλη σύνταξη.

Κάποιοι από αυτούς που έτρωγαν πάντα πολύ περισσότερο από σένα και που από τα εδέσματα της εξουσίας τους δεν μοιράστηκες τίποτα ποτέ.

Αλλά τώρα, με τη σύνταξη που απόμεινε, ούτε αυτά τα δικά σου τυριά να μην μπορείς ν’ αγοράσεις; Και μετράς με το πάχος της φέτας του κασεριού την ισχνάδα της κοινωνικής σου ύπαρξής, την ήττα που αποφάσισαν άλλοι για τη ζωή σου.

Γι’ αυτό έρχεσαι καταμεσήμερο στο σουπερμάρκετ. Γι’ αυτό φροντίζεις να είσαι μόνος σου μπροστά στο μακρόστενο τζάμι με τις δαχτυλιές.

Γι’ αυτό αν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, πριν ανοίξεις το στόμα σου για να δώσεις την παραγγελία, εμφανιστεί παρ’ ελπίδα κάποιος άλλος πελάτης, του δίνεις πανικοβλημένος τη θέση σου και όταν αυτός έκπληκτος -μπροστά στην παραχώρηση που δεν κατανοεί- αρνιέται, εσύ επιμένεις μέχρι τέλους και περιμένεις υπομονετικά πιο κει.

Αλλά σήμερα, είπαμε, κανείς. Μόνο ο υπάλληλος που σ’ έχει ξαναδεί πολλές φορές και σε ξέρει.