Τα τελευταία χρόνια το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει υποστεί πολλές μεταβολές που επηρέασαν τη διάρθρωσή του. Ο αριθμός των τραπεζών και των καταστημάτων μειώθηκε σημαντικά, όπως και η απασχόληση.
Ταυτόχρονα, ο βαθμός συγκέντρωσής του αυξήθηκε ραγδαία, με αποτέλεσμα το τραπεζικό σύστημα στην Ελλάδα να εμφανίζει σήμερα τον μεγαλύτερο βαθμό συγκέντρωσης μεταξύ των 28 χωρών-μελών της Ε.Ε.
Πιο αναλυτικά, το 2008, με την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, υπήρχαν στη χώρα μας 4.098 καταστήματα τραπεζών που απασχολούσαν 66.163 υπαλλήλους.
Το 2010, όταν εκδηλώθηκε η ελληνική κρίση, ο αριθμός των καταστημάτων μειώθηκε στα 4.005 με 63.408 υπαλλήλους.
Μεταξύ 2011 και 2013, 12 τράπεζες έκλεισαν ή συγχωνεύτηκαν με άλλες, εκ των οποίων έξι συνεταιριστικές (1).
Ετσι, το 2014 ο αριθμός των εν λειτουργία καταστημάτων μειώθηκε σε 2.688 με 45.654 υπαλλήλους, ενώ το 2015 τα αντίστοιχα μεγέθη ήταν 2.543 και 46.086.
Συνολικά μεταξύ 2008 και 2015, ο αριθμός των καταστημάτων τραπεζών μειώθηκε κατά 38% και ο αριθμός των τραπεζοϋπαλλήλων κατά 30%.
Είναι προφανές ότι μεταβολές αυτού του μεγέθους και μάλιστα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έχουν σημαντικές επιπτώσεις. Στο παρόν σημείωμα θα αναφερθούμε στον βαθμό συγκέντρωσης στην κυρίαρχη παρουσία, δηλαδή μικρού αριθμού τραπεζών στον τομέα συνολικά, και στις προεκτάσεις του.
Ειδικότερα, το 2015 το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παρουσίαζε τον υψηλότερο βαθμό συγκέντρωσης στην Ε.Ε. Συγκεκριμένα, πέντε τράπεζες κατείχαν το 95,2% του συνόλου του ενεργητικού ολόκληρου του τραπεζικού τομέα.
Σημειώνεται ότι το 2008 η Ελλάδα ήταν η δέκατη κατά σειρά χώρα ως προς τον βαθμό συγκέντρωσης του τραπεζικού της συστήματος (69,5%), ενώ το 2012 είχε ήδη ανέλθει στην τέταρτη θέση με ποσοστό 79,5%, για να φτάσει το 2015 στην πρώτη θέση! (2)
Από τα παραπάνω προκύπτει σοβαρός λόγος ανησυχίας για τον τραπεζικό τομέα στη χώρα μας. Κατά πόσο δηλαδή είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων τόσο γενικά όσο και ειδικά, σε σχέση δηλαδή με τον τόπο κατοικίας τους, την οικονομική τους επιφάνεια, τη δυνατότητα πρόσβασής τους στις υπηρεσίες των ολίγων τραπεζικών οργανισμών που έχουν απομείνει.
Ο προβληματισμός αυτός δεν είναι άγνωστος στις άλλες χώρες της Ευρώπης. Αντίθετα, για την καλύτερη εξυπηρέτηση των αναγκών της τοπικής οικονομίας και κοινωνίας λειτουργούν σε περισσότερες από 20 χώρες 887 οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στον τομέα της λιανικής τραπεζικής, δηλαδή ως ταμιευτήρια και για την παροχή δανείων.
Οι εν λόγω οργανισμοί διαθέτουν 60.000 καταστήματα, απασχολούν 820.000 υπαλλήλους και εξυπηρετούν 220 εκατ. πελάτες.(3) Πρόκειται για ένα «παράλληλο» τραπεζικό σύστημα.
Ο όρος «παράλληλο» τραπεζικό σύστημα εισήλθε στο λεξιλόγιό μας σχετικά πρόσφατα, έπειτα από αναφορά του στη Βουλή από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Γιάννη Δραγασάκη.
Οπως θα ήταν αναμενόμενο, προξένησε αρκετή συζήτηση, η οποία όμως κατέδειξε την ελλιπή ενημέρωση γύρω από το θέμα αυτό, αλλά και την πρόχειρη κριτική εκ μέρους της αντιπολίτευσης.
Πώς θα ήταν ένα «παράλληλο» τραπεζικό σύστημα στην ελληνική περίπτωση; Πρόκειται για κεφαλαιώδους σημασίας ερώτημα, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις.
Ποιες δηλαδή είναι οι ανάγκες που καλείται να καλύψει; Σε ποιο επίπεδο; Σε σχέση με ποιον παραγωγικό τομέα, αλλά και κάτω από ποιες κοινωνικές συνθήκες;
Τα ερωτήματα είναι πολλά. Καθότι υπάρχει πλούσια εμπειρία, οι απαντήσεις μπορούν να ανιχνευτούν μεταξύ των διαφόρων παραδειγμάτων τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς.
Ο πυρήνας ενός «παράλληλου» τραπεζικού συστήματος ήδη υπάρχει, αποτελούμενος από τις συνεταιριστικές τράπεζες που έχουν απομείνει, μικρότερες μη συστημικές τράπεζες, οργανισμούς όπως το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και το Εθνικό Ταμείο Επιχειρηματικότητας και Ανάπτυξης (ΕΤΕΑΝ) κ.ά.
Εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η διεύρυνσή του σε σχέση με τις ανάγκες τις οποίες καλείται να εξυπηρετήσει. Ταυτόχρονα, ο τρόπος λειτουργίας του πρέπει να υπόκειται σε αυστηρό έλεγχο για την αποφυγή στρεβλώσεων και σκανδάλων, όπως αυτά που γνωρίσαμε τα τελευταία έτη με το κλείσιμο διαφόρων μικρών τραπεζών.
Συνολικά, η παραγωγική ανασυγκρότηση του τόπου μας αφορά και τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η συστηματική οργάνωση του «παράλληλου» τραπεζικού συστήματος απαντά στις ανάγκες μιας χώρας με πολλές ορεινές και νησιωτικές περιοχές, με σημαντικό αγροτικό τομέα, με νοικοκυριά και επιχειρήσεις που χρειάζονται εξειδικευμένες υπηρεσίες.
Αυτή είναι η πρόκληση που θα αντιμετωπίσουμε τα επόμενα χρόνια. Μια πρόκληση που ο ΣΥΡΙΖΑ έχει θέσει στη δημόσια συζήτηση και που πρέπει να τύχει της απαραίτητης προσοχής.
* μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ
1. Proton Bank, T-Bank, ATE Bank, Hellenic Postbank, FBB, Probank, οι συνεταιριστικές Αχαϊκή, Λαμίας, Λήμνου-Λέσβου, Δ. Μακεδονίας, Δωδεκανήσων και Εύβοιας
2. ECB Structural Financial Indicators, 2013 & 2015
3. http://www.wsbi-esbg.org/SiteCollectionDocuments/ESBG%20facts%20and%20figures%202014.pdf
