Γιάννης Μπαλαμπανίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα έξι ολυμπιακά μετάλλια που κατέκτησε η ελληνική αποστολή στο Ρίο ήταν η καλύτερη συγκομιδή μετά την οκταετία των εκπληκτικών επιδόσεων: 8 μετάλλια στην Ατλάντα το 1996, 13 στο Σίδνεϊ το 2000, 16 στην «καλύτερη Ολυμπιάδα που έγινε ποτέ», το 2004 στην Αθήνα.

Μετά την τελετή λήξης, αυτό που απομένει είναι η λάμψη των μεταλλίων, συναισθήματα θριάμβου ή ήττας, και μερικά στιγμιότυπα που θα ’λεγε κανείς, με μια δόση υπερβολής, ότι αποτυπώνουν το πνεύμα και το κλίμα της εποχής.

Ποιος αλήθεια θυμάται πόσα μετάλλια κέρδισε η Ελλάδα, και σε ποια αθλήματα, στις Ολυμπιάδες της χρυσής οκταετίας;

Από την άλλη, κανείς δεν ξεχνά εκδηλώσεις ενός ανάδελφου ηρωισμού («Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο») ή ακόμη χειρότερα στιγμές έξαρσης όπου η κατάκτηση της κορυφής αποδιδόταν στην «ελληνική ψυχή», στην «πίστη στον Θεό» ή στην ιστορία των προγόνων που «έχουμε γραμμένη στα κύτταρά μας» (λόγια συχνά ειπωμένα, τι ειρωνεία, από ολυμπιονίκες που στη συνέχεια βρέθηκαν ντοπαρισμένοι).

Δηλώσεις-συμπτώματα μιας εποχής όπου θόλωναν τα όρια ανάμεσα στην εθνική αυτοπεποίθηση (για τη φρενήρη ανάπτυξη μιας ισχυρής Ελλάδας, για την πρώην επαρχιώτισσα Αθήνα που αποκτούσε κάτι από τη λάμψη των μητροπόλεων) και στην εθνικιστική παράκρουση.

Κι από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2016 τι θα μείνει στην Ιστορία;

Απ’ ό,τι φαίνεται, η ευγενής άρνηση του ολυμπιονίκη κολυμβητή μας να διεκδικήσει στα χαρτιά το χρυσό μετάλλιο και το «Ναι, ρε φίλε» του πρωταθλητή μας στους κρίκους.

Μια χειρονομία και μια φράση χωρίς ηρωικό φορτίο, απρόσφορες να καταγραφούν ανάμεσα στις μεγάλες στιγμές ενός μεγάλου έθνους.

Να είναι άραγε συμπτώματα, με τη σειρά τους, του αναδυόμενου πνεύματος μιας εποχής απαλλαγμένης από τα πάθη των δύο προηγούμενων μεγάλων κύκλων, του οίστρου μιας αναπτυξιακής φούσκας και της οργής, της αυτοθυματοποίησης και των αυταπατών της χρεοκοπίας;

Να είναι δείγμα μιας καταλλαγής, μιας μετριοπαθούς δημιουργικότητας;

Κατά τρόπο παράδοξο, εδώ ταιριάζει ένα αντιηρωικό ηθογραφικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, που έγραψε ο Δημήτριος Βικέλας, ένας από τους πρωτεργάτες ακριβώς του σύγχρονου ολυμπισμού και πρώτος πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής. Λόγιος και έμπορος του εξωτερικού, ο Βικέλας γράφει το 1878 στο Παρίσι τον «Λουκή Λάρα» (εκδόσεις Εστία, με εξαιρετική εισαγωγή της Μαριάννας Δήτσα).

Χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αρετές, το ενδιαφέρον του βιβλίου είναι ακριβώς ότι απομακρύνεται από τις ρομαντικές υπερβολές και την πατριωτική ανάταση των μετεπαναστατικών δεκαετιών.

Παρότι εκτυλίσσεται στην περίοδο του 1821, σχολιάζει μάλλον τη σύγχρονή του Ελλάδα, εστιάζοντας σε έναν έμπορο που μέσα στον χαλασμό της επανάστασης επιλέγει την οδό της ήσυχης αστικής ζωής και της ευημερίας του εμπορίου: «Κόσμος μου ήτο το χάνιον και πατριωτισμός μου το ισοζύγιον».

Μοιάζει βέβαια παρακινδυνευμένος ο παραλληλισμός ανάμεσα σε ένα αφήγημα που αποστασιοποιείται από τα ιδρυτικά έπη της νεοελληνικής ανεξαρτησίας για να προβάλει τις αρετές της ανεξαρτησίας του ατομικού μόχθου («η απόκτησις του πλούτου δεν είναι αυτή καθ’ εαυτήν πηγή ευτυχίας. Η ανεξαρτησία, ιδού το αληθές, ιδού το υγιές του εργατικού ανθρώπου ελατήριον!», λέει ο Λουκής Λάρας) και στη χαμηλών τόνων επίτευξη των ολυμπιονικών του 2016.

Οχι και τόσο όμως, αν υποθέσουμε ότι «το ισοζύγιον» μπορεί να ορίσει, αν και όχι από μόνο του, έναν νέο μετρημένο πατριωτισμό.

Και υπό τον όρο να είμαστε επιφυλακτικοί απέναντι σε μια αντίστροφη εξύμνηση της δήθεν μοναχικής επιτυχίας ενάντια σε όλους και όλα, στην απεικόνιση του ολυμπιονίκη σαν ενός είδους Ροβινσώνα.

Κανένα μετάλλιο δεν έρχεται μόνο του, η ατομική επιτυχία αντικατοπτρίζει το (υψηλό ή χαμηλό) επίπεδο ανάπτυξης θεσμών που υποστηρίζουν την κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα.

Συμβαίνει στον αθλητισμό ό,τι και στην τέχνη ή την επιστήμη: πίσω από κάθε ολυμπιακό μετάλλιο βρίσκονται χιλιάδες ανώνυμοι αθλητές και αθλήτριες, αθλητικοί όμιλοι, γυμναστήρια και προπονητές, χαμένα άλματα και αδικαίωτες προσπάθειες.

Θα ήταν άστοχο να γίνει το βάθρο των μεταλλίων εφαλτήριο για μια ολόκληρη ρητορική που αναπτύσσεται περί αριστείας (εδώ, οι ολυμπιονίκες είναι απλώς η πιο πρόσφατη αφορμή), έναν δημόσιο λόγο που υποστηρίζει ότι ένας υποτιθέμενος εξισωτισμός της Μεταπολίτευσης απέτρεψε την καλλιέργεια της αριστείας στη χώρα, την παραγωγή εξαιρετικών ατομικών επιδόσεων στα πανεπιστήμια, την επιχειρηματικότητα, την πολιτική.

Θα μπορούσε να είναι μια νόμιμη κριτική στην αδυναμία της χώρας να παραγάγει νέες δυναμικές ελίτ, εάν δεν ήταν ένας λόγος που και εδώ, όπως και αλλού, στοχεύει κυρίως στο να περιχαρακώσει τα προνόμια των ήδη υφιστάμενων ελίτ.

Οι σύγχρονοι «κληρονόμοι» όλο και περισσότερο κατοχυρώνουν τη θέση τους ως ελίτ όχι μόνο μέσα από τον κληρονομημένο πλούτο αλλά και μέσα από την προνομιακή πρόσβαση σε δεξιότητες, ακαδημαϊκή μόρφωση, συμβολικό κεφάλαιο.

Η μονότονη επίκληση της αριστείας ευνοεί συνήθως εκείνους που ήδη έχουν τους υλικούς πόρους να γίνουν «άριστοι» (όπως εξηγεί ο Τομά Πικετί, αναλύοντας τις σημερινές μορφές ανισότητας, οι απόφοιτοι του Χάρβαρντ λ.χ. προέρχονται κατά κανόνα από οικογένειες που το εισόδημά τους ανήκει στο ανώτερο 2% των ΗΠΑ / συνέντευξη στον Mike Savage, Theory, Culture & Society, 15-9-2015).

Εξάλλου, για να παραφράσουμε έναν συγγραφέα κάπως πιο σύγχρονο από τον Δημήτριο Βικέλα, η διάκριση είναι όντως κάτι υπέροχο, όμως η αριστεία είναι απλώς μια ιδεολογία.

*πολιτικός επιστήμονας ([email protected]). Από τις εκδόσεις «Πόλις» κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά»