Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ο ελληνικός λόγος είναι πραγματικά θανατηφόρος», έγραψε ο Χέντερλιν αναφερόμενος στους συμβολισμούς της τραγωδίας και στη λέξη εντός της που γίνεται ενέργημα, στον λόγο που δεν δημιουργεί τον κόσμο (μονάχα) μα τον σκοτώνει.

«Εμείς οι Δυτικοί γνωρίζουμε την πληγή που οι λέξεις μπορούν να επιφέρουν, αλλά βιώνουμε μονάχα μεταφορικά την αμεσότητα του φυσικού ολέθρου. Η κατάρα του Θησέα φονεύει κυριολεκτικά τον Ιππόλυτο. Οι μαντικές και προφητικές εκφορές ξεσκίζουν την ανθρώπινη σάρκα. Η εντολή του Κρέοντα φονεύει την Αντιγόνη».

Ο λόγος, έτσι, γίνεται θεός κι ο δημιουργός του άνθρωπος ο ατέρμονος Προμηθέας που, γυμνός πάνω στον βράχο, θα προσπαθεί να σκαλίσει με τα νύχια το Φως, χρησιμοποιώντας την πένα ως έμβολο ενάντια στη μοίρα μας.

Ενα καλοκαίρι, στα τέλη της εφηβείας μου, στο πολύβουο νησί της Νάξου, τόπο μυθολογικής τεκνογονίας και ταφής της Αριάδνης, κοίταζα με μάτια ορθάνοιχτα μία επιγραφή και τη νεοελληνική της μετάφραση στο αρχαιολογικό Μουσείο.

«Δως μου πλασμένο από Γης ποτήρι για να πιω. Της γης όπου με γέννησε. Της γης που θα ταφώ». Θυμάμαι πως κατανόησα με μιας την ιερόσυλη σχέση που ενώνει βαθιά την ουσιαστική αγιότητα με τη γραφή. Το «αλκοόλ», όποια μορφή κι αν έχει (ποτού, ιδέας, λαβωματιάς, ανάγκης ή έρωτα), με τη λογοτεχνία.

Οι Νάξιοι, λέγει ο μύθος, πίστευαν ότι η Αριάδνη είχε πεθάνει εκεί και ότι με τον Διόνυσο γέννησε δύο παιδιά, τον Στάφυλο και τον Οινοπέα. Κι οι δύο παράγωγα της Αμπέλου, των ξωτικών του αλλιώτικου, της νύκτας. Ή αλλιώς της Λήθης μπροστά σε ό,τι μας χαράκωσε. Και σε ό,τι θα μας βρει.

Ενας θεωρητικός του Λόγου, ο Μπρούνο Σνελ, είχε γράψει κάποτε πως η γλώσσα είναι το ελάχιστο ανάμεσα στο άφατο του απόλυτου και στην κραυγή του ζώου. Ανάμεσα στην τρέλα που δεν μπορεί να εκφραστεί και στη σοφία που σιωπά.

Ανάμεσα στο «δικό» και στο «ξένο». Κάπου εδώ ανάμεσα, σε μια πορεία γεμάτη μώλωπες μάχης από τον Λόγο στη Γλώσσα, από τον βράχο στην πένα, οφείλει να γεννιέται η γραφή. Ετοιμη μ’ άλλα λόγια, όπως και η Ζωή, να παραδοθεί στα πιο υπέροχα λάθη για να δώσει γεννήματα μεστά.

Αλλά το πρόσωπο «αυτό» της ζωής, πρόσωπο (και) του ανθρώπου, έχει την ικανότητα να επιστρέφει μεσ’ από τους αιώνες τρομακτικά ξένο και τρομακτικά κοινό, για να μας θυμίζει όσα θέλουμε να ξεχάσουμε. Κι όσα δεν θέλουμε να θυμηθούμε.

Μιλάμε ακόμη στο ίδιο δωμάτιο με την Αριάδνη, πίνουμε ακόμη καφέ με τη Μήδεια, συναντιόμαστε ακόμη σε μια διαδήλωση ή σ’ ένα γραφείο με τον Κρέοντα και την Αντιγόνη, βλέπουμε ακόμη τον Ιάσονα να μπαίνει απ’ τα τηλεπαράθυρα στη Βουλή, είμαστε ακόμη καλεσμένοι σε θυέστεια δείπνα, σε δείπνα όπου ο εξυπνακισμός και η υποκρισία μας μάς οδηγούν να φάμε ανήξεροι τα ίδια μας τα βιολογικά ή πνευματικά παιδιά, στοχεύοντας στην ατομική μας «επιτυχία».

Κι όμως, σ’ αυτόν τον ατέρμονο διάλογο με ό,τι μας είναι ανοίκειο και ξένο, με τον εντός μας Μινώταυρο δηλαδή, ο Θησέας δεν μπήκε στ’ αλήθεια στη σπηλιά. Την είχε αποξαρχής εντός του.

Ομοια με το σκοτάδι που η Μήδεια έφερε στο φως, ραγίζοντας του πολιτισμού τους καθρέφτες. Ταυτίζοντας μ’ έναν μεγαλοφυή και διαστροφικό τρόπο τις δύο φροϊδικές άκρες. Τη σεξουαλικότητα όχι μόνο με το πάθος αλλά και με την καταστροφή. Κι αν το σκεφτούμε, πόσες ζωές και δομές και ιδέες δεν καταστράφηκαν, σχεδόν ή απόλυτα, από κάτι τέτοιο;

«Κι ο εαυτός ειν’ ένας άλλος», υπογράμμισε ο Ρεμπό, μιλώντας φροϊδικά για την αγάπη και την εξουσία, για την ελπίδα και την απελπισία, για τον «ίδιον» και τον «αλλότριο», για την αγάπη και το κτήνος που κρύβουμε εντός μας. Για τον θάνατο και τη δημιουργία.

Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, κι αν ξεπεράσουμε τους εσωτερικευμένους ελέγχους με την έννοια που τους έθεσε ο Φουκό, την καταστολή που εσωτερικεύεται σαν κοινωνικοπολιτικά καθορισμένη «θεία εντολή» και εκδηλώνεται σαν φοβική, επίπλαστη πειθαρχία, τότε ίσως μπορέσουμε να κατανοήσουμε την «διά των ονείρων καύσιν των αιρετικών της νύχτας», που έγραψε κι ο Χειμωνάς.

Και στην ίδια φωτιά να συναντήσουμε και μας και τον δικό ή μακρινό μας ξένο…