Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προσφάτως δημοσιοποιήθηκε η γνωμοδότηση του Ανεξάρτητου Γραφείου Εκτιμήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) σχετικά με το πρόγραμμα του «ελληνικού ζητήματος».

Το τελικό συμπέρασμα έχει να κάνει με όλα όσα εδώ και χρόνια επισημαίνουν επιφανείς οικονομολόγοι, οι οποίοι έχουν τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ, αλλά και όσοι στοχαστές και φιλόσοφοι σκέπτονται και στοχάζονται για όσα συμβαίνουν στον ανθρώπινο κόσμο μας.

Με άλλα λόγια και οι ειδικοί εμπειρογνώμονες και οι οικονομολόγοι ως επιστήμονες που ερευνούν ένα συγκεκριμένο επιστημονικό αντικείμενο (τα οικονομικά συστήματα) αλλά και οι φιλόσοφοι, οι οποίοι σκέφτονται και υποστασιοποιούν την πραγματολογική συνείδηση της εποχής τους (κατά τον Hegel) συμφωνούν σχετικά με το «ελληνικό ζήτημα» ότι όλα έγιναν εξ αρχής λανθασμένα και συνεχίζουν να γίνονται σε λανθασμένη τροχιά.

Το μείζον ερώτημα, το οποίο τίθεται εξ ορισμού σε μια πολιτική κοινωνία στην οποία λειτουργούν οι θεσμοί, το κοινοβούλιο, το κράτος δικαίου, το κοινωνικό κράτος και ό,τι εν γένει έχει «κατασκευαστεί» μέσω των κοινωνικών, των πολιτικών και των ιδεολογικών αγώνων του Διαφωτισμού, αναφέρεται στον ρόλο της πολιτικής.

Οταν λοιπόν οι θεσμοί της ευρωζώνης, σε συνεννόηση με το ΔΝΤ το οποίο σήμερα (Αύγουστος του 2016) αναγνωρίζει για ακόμη μία φορά το λάθος του, έθεσαν σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, το οποίο όχι μόνον ήταν εναντίον των ιδεών και των αρχών του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, αλλά οδηγούσε και εξακολουθεί να οδηγεί την ελληνική κοινωνία στην πλήρη οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, το ζήτημα τίθεται σε πολιτικό επίπεδο.

Εάν υποθέσουμε ότι πράγματι η ευρωπαϊκή τεχνοκρατική ηγεσία (ελίτ) με επικεφαλής τον κύριο Σόιμπλε θα επιτύχει σε χρονικό ορίζοντα δέκα ή είκοσι ετών τη δημοσιονομική πειθαρχία για την οποία μεθοδικά εργάζεται, θα βρίσκεται άραγε σε θέση να ζει στην ευρωπαϊκή ήπειρο;

Ή μήπως θα ζει στα συντρίμμια και στα ερείπια όλων των σχεδίων και των προγραμμάτων που προωθεί;

Ερωτώ για πολλοστή φορά ποια σχέση μπορεί να έχει ο Σόιμπλε με τον Γερμανό φιλόσοφο Χούσερλ, ο οποίος εδώ και έναν αιώνα τόνιζε ότι η Ευρώπη υφίσταται ως η συνείδηση της οικουμένης.

Η κατά Σόιμπλε Ευρώπη είναι μια εταιρεία που διαχειρίζεται το χρήμα (το ευρώ) στο πλαίσιο του κερδοσκοπικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης, η οποία ως οντότητα είναι παράρτημα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, καλείται να λειτουργήσει η ελληνική οικονομία ως δομημένο σύστημα με τις δικές της παθογένειες.

Ολα όσα μέχρι τώρα επισημαίνουμε μας οδηγούν να καταλήξουμε σε δύο συμπεράσματα: η υπερχρεωμένη ελληνική οικονομία αποτελούσε αρνητικό στοιχείο στο ευρωπαϊκό οικονομικό σύστημα.

Ταυτόχρονα όμως συντελούνται ριζικές αλλαγές στη χρήση και τη λειτουργία του χρήματος, το οποίο παύει να είναι αμιγώς ανταλλακτικό μέσο (και πραγματική οικονομία) και μετατρέπεται το ίδιο σε μέσο αγοραπωλησίας (χρηματοπιστωτική οικονομία).

Η διάγνωση του υπερχρέους για το ελληνικό οικονομικό σύστημα συμπίπτει με την κορύφωση και την τελειοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (πράγμα που σημαίνει ότι οι δανειστές θέλουν εδώ και τώρα τα χρήματά τους για να τα πωλήσουν).

Το ΔΝΤ λοιπόν και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κατά συνέπεια ομονοούν να συμπράξουν και να επεξεργαστούν τα περιώνυμα «μνημόνια» με στόχο να επιλύσουν αυτό που στη διεθνή γλώσσα επικράτησε να ονομάζεται «ελληνικό ζήτημα».

Επιτέλους έφτασε η ώρα της πολιτικής αλήθειας μετά από μία δεκαετία τεχνοκρατικού ψεύδους.

Αυτή η πρόταση δεν είναι ρητορική φράση.

Εχω συνειδητοποιήσει ως πολιτικός φιλόσοφος, αλλά και ως πολίτης στην ελληνική πολιτική κοινωνία, ότι τα «μνημόνια» ως τεχνοκρατικά σχέδια και προγράμματα «έχουν φάει τα ψωμιά τους» κατά την κοινή έκφραση.

Δεν μπορούν να έχουν αποτελέσματα δημιουργικής ανασυγκρότησης της κοινωνίας μας.

Οι Ελληνες πολίτες συμμετέχουν ενεργά στη διακυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. και εγείρουν το πολιτικό αίτημα της απαλλαγής επιτέλους της ελληνικής οικονομίας από τον έλεγχο των τεχνοκρατικών «μνημονίων».

Η ελληνική Αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ έχει το ιστορικό χρέος να εφαρμόσει επιτέλους τις ιδέες του Διαφωτισμού για την «ελληνική περίπτωση» σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, έξω και πέρα από ιδεολογικές αγκυλώσεις.

Μέχρι τώρα φαίνεται πως σε «μια εποχή γέννησης και μετάβασης σε μια νέα ιστορική περίοδο» (κατά τον Hegel) έχει καταφέρει πολλά.

Περιμένουμε περισσότερα: την απαλλαγή από τα «μνημόνια».

*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης