Αγαπάμε ένα άτομο με το οποίο συνδεόμαστε με βαθιά φιλία όταν εκείνο (το άτομο) γίνεται για μας αναντικατάστατο, όταν κανένα άλλο δεν μπορεί να πάρει τη θέση του. Σύμφωνα με την τρέχουσα αντίληψη, κάθε ον, και ειδικά κάθε ανθρώπινο ον, ταυτίζεται με μια ορισμένη και ειδική δομή, με ένα υποκείμενο κάποιου τύπου, και άρα είναι δύσκολο να αντιληφθούμε πώς μπορεί να είναι αναντικατάστατο.
Πράγματι, τίποτε δεν αποκλείει διαφορετικά άτομα να έχουν την ίδια δομή∙ επίσης μπορεί εγώ, κατά λάθος, να προσδώσω μια κάποια δομή στο αγαπημένο πρόσωπο, και σ’ αυτή την περίπτωση αργά ή γρήγορα θα καταλήξω ότι δεν πρόκειται για πραγματική αγάπη («δεν είσαι εσύ αυτό που σκεφτόμουν») και θα στρέψω αλλού την προσοχή μου.
Αυτός που οδηγείται από μια τέτοια αντίληψη ίσως θα έχει μια ερωτική ζωή καθορισμένη από σειρά διακεκριμένων επεισοδίων, που θα καταλήγουν σε ένα απότομο ξύπνημα, και, αν θέλει να δεθεί σε κάτι αναντικατάστατο, θα πρέπει να το ταυτίσει όχι με κάποιο πρόσωπο αλλά με μια συγκεκριμένη και ορισμένη δομή που εξακολουθεί μάταια να αναζητά, παρά τις συνεχείς απογοητεύσεις.
Για μας αντίθετα, ένα ανθρώπινο ον είναι ένας χώρος ελευθερίας, μια συνάντηση/σύγκρουση ανάμεσα σε πολλαπλά και διαφορετικά προγράμματα. Ετσι, αυτό που δεν είναι, του ανήκει τόσο όσο εκείνο που είναι∙ η δυνατότητα είναι μέρος της φύσης του.
Να τον αγαπάς σημαίνει να επενδύεις την πνευματική, συναισθηματική και πρακτική σου δύναμη σ’ αυτήν τη δυνατότητα, στην ανθρωπιά του αγαπημένου προσώπου: να δίνεις κουράγιο και να υποστηρίζεις την ανάπτυξή του, να βοηθάς να ξεπερνά κάθε στερεότυπο στο οποίο τείνει να αποκρυσταλλωθεί, κάθε εμπόδιο που η καθημερινή ρουτίνα βάζει στην πραγματοποίηση καταπιεσμένων και δεδομένων τάσεων.
Σ’ αυτή την προοπτική, η αγάπη για κάποιο πρόσωπο δεν θα πρέπει ποτέ να αποδειχθεί «λάθος»∙ το να καταστήσουμε αυτό το πρόσωπο αναντικατάστατο είναι ακριβώς αυτή μας η προσπάθεια, που είναι ανεξάρτητη από τα πραγματικά (και μη πραγματοποιημένα) χαρίσματα, και όσο αυτή η προσπάθεια παραμένει σταθερή δεν θα είναι αναγκαίο να ψάξουμε αλλού. (Γιατί η αγάπη που οδηγείται από το δεν-είναι, είναι πάντα και μια ένταση προς μια ιδανική αγάπη).
Η ίδια αντίθεση προοπτικών ισχύει και για τη χρήση της λέξης «αγάπη» με τη στενή και μεταφορική έννοια του όρου, σε εκφράσεις του τύπου «αγάπη για την ανθρωπότητα» ή «αγάπη για έναν σκοπό, για μια ιδέα». Κι εδώ μπορούμε να αγαπάμε την ανθρωπότητα γι’ αυτό που πιστεύουμε ότι είναι, κι ύστερα να καταλάβουμε ότι δεν ισχύει και αμέσως να περάσουμε στο να τη μισήσουμε κι ίσως ν’ αγαπήσουμε κάτι άλλο.
Ή ακόμη μπορούμε ν’ αγαπήσουμε την ανθρωπότητα γι’ αυτό που δεν είναι αλλά θα μπορούσε και θα έπρεπε να είναι, και να υποστηρίξουμε με σθένος και αφοσίωση την ανάπτυξή της στην επιθυμητή κατεύθυνση, δηλαδή να την ερωτευτούμε.
*ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
