Η χώρα βιώνει οριακές καταστάσεις. Ο συνδυασμός της οικονομικής κρίσης με τις αυξανόμενη προσφυγική-μεταναστευτική ροή συνθέτει επικίνδυνες διαστάσεις για την καθημερινότητα και την πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Η αναντιστοιχία των μεγάλων υποσχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ με την τρέχουσα κυβερνητική πρακτική τείνει να συμπαρασύρει ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας σε μια γενικευμένη αμφισβήτηση του συνολικού πολιτικού συστήματος, του κοινοβουλευτισμού, της δημοκρατίας.
Για πολλά χρόνια εμπεδώθηκε ένας παντοδύναμος μαξιμαλιστικός λόγος από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος -παρά τη στροφή του Σεπτεμβρίου- διαμόρφωσε ισχυρές προσδοκίες και πεποιθήσεις για μια «άλλη πολιτική», με συνέπεια σήμερα να διογκώνεται ραγδαία το κλίμα δυσφορίας, οργής και αγανάκτησης.
Ανεξάρτητα από την οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, μια αίσθηση πολιτικής και οικονομικής αστάθειας κυριαρχεί σε όλη τη χώρα, με αρνητικές συνέπειες στις προσπάθειες για το περίφημο «φως στο τούνελ».
Η ίδια εικόνα του κυβερνητικού κόμματος σήμερα φαίνεται μόνο ως μια αδύναμη διαχειριστική μηχανή, έξω από κάθε πεδίο στρατηγικού πολιτικού σχεδιασμού.
Δικαιώνεται, κατά μία έννοια, όλη η ανάλυση του Μισέλ Φουκό για την «εξουσία». Ο μεγάλος Γάλλος φιλόσοφος αυτονομεί την έννοια της εξουσίας από τις κοινωνικές και ιδεολογικές συντεταγμένες και προσδίδει τα χαρακτηριστικά της κυριαρχίας.
Περίπου ως αυτοσκοπό. Γι’ αυτό και λέει ότι η εξουσία είναι ένας «τρόπος δράσης κάποιων πάνω σε άλλους».
Αυτό, λοιπόν, το στρατήγημα εξουσίας θυμίζει σήμερα η κυβέρνηση, που όλο και περισσότερο απομακρύνεται από αναφορές είτε σχετίζονται με την παραδοσιακή Αριστερά είτε με τη Σοσιαλδημοκρατία.
Η εξουσία για τον Φουκό, άλλωστε, δεν αποτελεί ούτε θεσμό ούτε καθιερωμένη δομή. Η εξουσία δεν ανήκει σε συγκεκριμένα άτομα ή ομάδες ατόμων, δεν έχει μόνο ένα γενέθλιο τόπο, δεν είναι ιδιοκτησία αλλά τεχνική.
Με αυτή την οπτική θα μπορούσαμε επομένως να ισχυριστούμε ότι το κυβερνητικό παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ διολισθαίνει αργά αλλά σταθερά σε έναν μηχανισμό διαχείρισης χωρίς προγραμματικό πρόσημο. Εστω και αυτό της Ευρωπαϊκής προοπτικής με μεγάλους συμβιβασμούς και ισορροπίες.
Απέναντι σε αυτήν την εικόνα θα μπορούσε να αναζητηθεί μια πιο ειλικρινής επιλογή. Μια κυβερνητική λύση από όλες τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις του τόπου με στόχο το σήμα προς τους «έξω» για την επιδίωξη της αναθεώρησης δυσμενών όρων του Μνημονίου και με μια ισχυρή εσωτερική συσπείρωση για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων.
Ακόμα και αυτή η εκδοχή δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρει. Οτι θα ασκήσει πίεση προς τους δανειστές μέσα από το αφήγημα της «εθνικής ενότητας» και θα αντιμετωπίσει τις τεράστιες δυσκολίες στα εσωτερικά μέτωπα.
Θα πρόκειται, όμως, για μια ιστορική επιλογή διάσωσης της χώρας, αλλαγής του παραδοσιακού πολιτικού σκηνικού «εμφύλιων» αντιπαραθέσεων και πιθανά να ενισχύσει το μήνυμα του κοινοβουλευτισμού στους πολίτες της χώρας.
Είναι μια κατεύθυνση που υπερνικά τους κομματικούς ανταγωνισμούς, νοηματοδοτεί το συμφέρον της χώρας και αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού στην υπόθεση της πολιτικής εξουσίας. Οχι το κόμμα. Οχι ένα κόμμα. Οχι η στείρα κομματική αντιπαράθεση. Αλλά η σοβαρή προσπάθεια, οι συνέργειες, για την έξοδο από την κρίση.
Τα υπόλοιπα αφορούν παιχνίδια εξουσίας σε περιχαρακωμένα κομματικά συμφέροντα.
Ο αντίλογος είναι γνωστός. Επικεντρώνεται στις υπαρκτές ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές των κομμάτων. Επικαλείται την αντιπολίτευση της Χρυσής Αυγής. Ας είμαστε ειλικρινείς. Οι δεσμεύσεις προς την Ε.Ε. και το ΔΝΤ οφείλουν να τηρηθούν.
Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν. Ενα κόμμα από μόνο του δεν μπορεί. Δεν τα καταφέρνει. Η ίδια η στείρα κομματική σύγκρουση ανάμεσα στις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις στέλνει κόσμο στα άκρα, καλλιεργεί την απογοήτευση.
Μόνο μία είναι η προϋπόθεση για να πετύχει αυτή η επιλογή. Οτι θα αλλάξει η προτεραιότητα για το κομματικό κέρδος. Είναι τελικά το πιο δύσκολο αλλά και το πιο σημαντικό. Ας το καταλάβουμε.
* μέλους της Ε.Ε. της ΔΗΜΑΡ και του Κ.Σ. της Δημοκρατικής Συμπαράταξης
