Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μία επιμέρους αλλά σημαντική πτυχή στην πρόσφατη θυελλώδη συνεδρίαση της Βουλής για τη ρύθμιση του τηλεοπτικού τοπίου πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης για το πλαφόν των τεσσάρων αδειών για σταθμούς εθνικής εμβέλειας βασίστηκε σε σχετική επιστημονική μελέτη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας. Η μελέτη αδικήθηκε διπλά.

Στον δημόσιο διάλογο, οι επικριτές της κυβερνητικής πρωτοβουλίας αμφισβήτησαν με ελαφρότητα το κύρος του Πανεπιστημίου της Φλωρεντίας, ενός ακαδημαϊκού θεσμού υψηλού επιπέδου που ιδρύθηκε από τις χώρες-μέλη της Ε.Ε. Από την άλλη, η κυβέρνηση αρκέστηκε να καταθέσει τη μελέτη στα πρακτικά της κοινοβουλευτικής συζήτησης αντί να φροντίσει να τη δημοσιοποιήσει έγκαιρα, με αποτέλεσμα να μη γίνει ποτέ αντικείμενο συντεταγμένου διαλόγου – με εξαίρεση μια ερώτηση που κατέθεσε στον υπουργό Επικρατείας ο Ευάγγελος Βενιζέλος, αφού προηγουμένως μπήκε στον κόπο να διαβάσει το επιστημονικό κείμενο.

Αυτή η μικρή ατυχής ιστορία είναι σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος: του τυχαίου και πρόχειρου τρόπου με τον οποίο σχεδιάζονται και συζητιούνται στη χώρα μας οι δημόσιες πολιτικές, οι «μεταρρυθμίσεις», όπως είναι ο τρέχων πολύπαθος όρος. Αντίθετα με την παραδεδεγμένη σοφία, το μείζον πρόβλημα δεν είναι ότι «δεν προχωρούν οι μεταρρυθμίσεις».

Μεταρρυθμίσεις γίνονται, και μάλιστα υπερβολικά πολλές και συχνά: από την αρχή της κρίσης, το φορολογικό σύστημα έχει «μεταρρυθμιστεί» πάνω από δέκα φορές, και άλλες τόσες το ασφαλιστικό.

Το πρόβλημα είναι μάλλον ότι οι «μεταρρυθμίσεις» μεταφράζονται κατά κανόνα σε εμβαλωματικές νομοθετικές παρεμβάσεις, χωρίς συνέχεια, μέθοδο και τεκμηρίωση.

Σε τέτοιο βαθμό που αν ζούσε στη σημερινή Ελλάδα η Φλόρενς Ναϊτινγκέιλ, η διάσημη Βρετανίδα νοσηλεύτρια του Κριμαϊκού Πολέμου που με την άλλη της ιδιότητα ως πρωτοπόρος της στατιστικής συνέβαλε σε μια σειρά τομές στις πολιτικές υγείας, θα επαναλάμβανε την κατηγορία που εκτόξευε τον 19ο αιώνα ενάντια στην πολιτική τάξη της χώρας της: «Αλλάζετε τους νόμους τόσο γρήγορα, και χωρίς καμία μέριμνα για τα αποτελέσματά τους, που όλα μοιάζουν πείραμα, παιδικό παιχνίδι, φτερό στον άνεμο».

Αυτό βέβαια καθόλου δεν σημαίνει ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι πολιτικά ουδέτερες, ότι ταυτίζονται με μια «στεγανή» ορθολογικότητα ή ακόμη χειρότερα με μια υποτιθέμενη «κοινή λογική». Οπως έχει σωστά επισημανθεί, «μια δημόσια πολιτική είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα» (στο εξαιρετικό βιβλίο των Pierre Muller & Yves Surel, Η ανάλυση των πολιτικών του κράτους, 2002).

Για να μπορούμε ωστόσο να μιλάμε (και να διαφωνούμε) για αριστερές ή δεξιές μεταρρυθμίσεις, που αντίστοιχα επιδιώκουν μια κοινωνικά δίκαιη ελευθερία μέσα από τη ρυθμιστική παρέμβαση ή αποδέχονται ένα επίπεδο ανισοτήτων χάριν της ανάπτυξης που θα προέλθει από την απελευθέρωση της αγοράς, απαιτείται μια ελάχιστη συναίνεση σε ένα πρότυπο ορθολογικής διαμόρφωσης της δημόσιας πολιτικής.

Μετά από έξι χρόνια κρίσης και προγραμμάτων εξυγίανσης, στο πλαίσιο των οποίων επιχειρήθηκε μια βίαιη επιβολή οριζόντιων, άδικων και πρόχειρα σχεδιασμένων «μεταρρυθμίσεων», είναι καιρός να αναζητήσουμε μια διαδικασία ικανή να ενσωματώνει τις διαφορετικές λογικές που αντιστοιχούν στους «παίκτες» της δημόσιας πολιτικής (τις πολιτικές δυνάμεις, τους κοινωνικούς εταίρους, τους ειδικούς, τους πολίτες) και να αξιοποιεί στην παραγωγή δημόσιας πολιτικής προσεγγίσεις βασισμένες σε δεδομένα, τεκμηριωμένη γνώση και εμπειρία.

Μια τέτοια διαδικασία είναι το λεγόμενο Evidence-Based Policy Making («Τεκμηριωμένος Σχεδιασμός Δημόσιας Πολιτικής»), που πρώτη φορά τέθηκε σε εφαρμογή στη Βρετανία των Νέων Εργατικών με το σύνθημα «what matters is what works» και έκτοτε έχει καθιερωθεί ως μοντέλο σχεδιασμού δημόσιας πολιτικής σε χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, της Σκανδιναβίας, στις ΗΠΑ επί διακυβέρνησης Ομπάμα κ.ο.κ.

Ο «τεκμηριωμένος σχεδιασμός δημόσιας πολιτικής» οργανώνεται γύρω από ένα ισχυρό Κέντρο Διακυβέρνησης που συντονίζει τον κυβερνητικό προγραμματισμό. Οι βασικές γραμμές κάθε προτεινόμενης μεταρρύθμισης τίθενται σε ευρύτατη διαβούλευση, ενώ ταυτόχρονα εκπονούνται ειδικές μελέτες από κοινωνικούς εταίρους, δημόσιους και ιδιωτικούς ερευνητικούς φορείς.

Βασικά προαπαιτούμενα του σχεδιασμού είναι η στάθμιση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων κάθε πιθανής πολιτικής, η διασφάλιση αξιόπιστων πρωτογενών δεδομένων και η διαφάνεια στην επεξεργασία τους, η ελευθερία των ειδικών-μελετητών να διατυπώνουν απόψεις χωρίς στρογγυλέματα, η διασταύρωση διαφορετικών προσεγγίσεων, η πιλοτική εφαρμογή, και κυρίως μια πολιτική ηγεσία πρόθυμη να αξιοποιήσει παραγωγικά τα πορίσματα και όχι απλώς ως βάση δικαιολόγησης προειλημμένων αποφάσεων.

Μια τέτοια «μεταρρύθμιση για το πώς κάνουμε μεταρρυθμίσεις» θα ήταν ένα σπουδαίο βήμα από τον βολονταρισμό των εκάστοτε κυβερνώντων, που κατά κανόνα θεωρούν ότι για μια μεταρρύθμιση αρκεί ένα νομικό κείμενο και η μεταφυσική της «πολιτικής βούλησης», προς μια ορθολογική, τεκμηριωμένη και συμμετοχική διαδικασία σχεδιασμού δημόσιας πολιτικής.

Αλλωστε είναι πάντοτε προτιμότερο μια πολιτική, που επηρεάζει τη ζωή όλων, να μη σχεδιάζεται σε κλειστά υπουργικά γραφεία από λίγους αλλά να τίθεται ανοιχτά στη βάσανο και τη συνεισφορά των πολλών – ο πιο ισχυρός νους είναι ανεπαρκής μπροστά σε αυτό που ο Κάρολος Μαρξ ονόμαζε γενική διάνοια, συλλογική γνώση (Grundrisse, τετράδιο VII).

● Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός – Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά»

* πολιτικός επιστήμονας