Τα τηλεοπτικά κανάλια δεν σταμάτησαν να μεταδίδουν το χρονικό της ζωής του λαϊκού τραγουδιστή που ο θάνατός του συγκίνησε το πανελλήνιο. Παιδί μικροαστικής οικογένειας, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού που στρατεύτηκε τελικά στο λαϊκό τραγούδι, ο Παντελής πέρασε στη συνείδηση του κόσμου ως ένα αυτοδημιούργητο και ευαίσθητο παλικάρι.
Πολύ σύντομα οι θαμώνες των νυχτερινών κέντρων τον αποθέωναν και στις πίστες τα λουλούδια τον έπνιγαν, γεγονός που προκάλεσε ερωτήματα σε κάποιους, για τους περισσότερους όμως ήταν δικαιολογημένο εξαιτίας της λατρείας του κόσμου, που σ’ αυτόν έβλεπε πάντα το καλό παιδί της γειτονιάς. Ο θρίαμβος έληξε άδοξα τα ξημερώματα της 18ης Φεβρουαρίου στη λεωφόρο Βουλιαγμένης.
Από τότε ώς την κηδεία, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν σταμάτησαν να μας βομβαρδίζουν με στιγμιότυπα από τη ζωή του, σχολιάζοντας διθυραμβικά την καλλιτεχνική πορεία του, που σημαδεύτηκε από τραγούδια τα οποία μιλούν για απελπισμένους έρωτες, για άντρες που καταστράφηκαν από γυναίκες άπιστες και άμυαλες, ζητούν εκδίκηση για τη χαμένη τους αξιοπρέπεια και πνίγουν τον καημό τους στα τσιγάρα και το αλκοόλ.
Την ίδια στιγμή οι τηλεοράσεις καταγράφουν τις αντιδράσεις του κόσμου, που συρρέουν κατά χιλιάδες για να τιμήσουν το αδικοχαμένο παλικάρι, στη διάρκεια του λαϊκού προσκυνήματος που οργάνωσε η οικογένειά του, άνθρωποι καταρρέουν και παραληρούν.
Το ζήτημα παίρνει επικές διαστάσεις και ο Παντελής για τις λαϊκές μάζες γίνεται ήρωας, γιατί είναι αυτός που έζησε στη φτωχογειτονιά, που δεν πρόδωσε ποτέ τους φίλους του και τις αρχές του, που σεβάστηκε την οικογένειά του, που έδινε χρήματα σε όποιον είχε ανάγκη, γενναιόδωρος και φιλότιμος ώς το τέλος.
Σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσουμε τις διαστάσεις του φαινομένου, συνειδητοποιούμε ότι η ποιότητα και το μέγεθος της καλλιτεχνικής του δουλειάς δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την ένταση που δημιουργήθηκε.
Θα πρέπει λοιπόν να υποψιαστούμε ότι κάποιοι άλλοι μηχανισμοί λειτούργησαν, μετατρέποντας από τη μια στιγμή στην άλλη την κοινωνία μας σε «αρένα», που παρακολουθεί καθηλωμένη στις τηλεοράσεις το κάθε δευτερόλεπτο από τη ζωή του. Μηχανισμοί που καταφέρνουν να διεισδύσουν στη συνείδηση και να μας επιβάλουν τα δικά τους πρόσωπα και πράγματα, που μας αποπροσανατολίζουν από τα ουσιαστικά ζητήματα, που «καταπνίγουν» προβληματισμούς και ιδεολογίες, προβάλλοντας την «επιπολαιότητα της καθημερινότητας» και την «ελαφρότητα της ασημαντότητας».
Σε μια χώρα που μαστίζεται από την οικονομική κρίση, με όσα αυτό συνεπάγεται για την κοινωνική και προσωπική μας ζωή, κέντρα και δίκτυα εξουσίας που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, εκμεταλλεύονται τον ξαφνικό θάνατο του Παντελή για να μας «αιχμαλωτίσουν» το συναίσθημα, ακυρώνοντας τη σκέψη, την κρίση και τον συλλογισμό για όσα καθημερινά αντιμετωπίζουμε.
Ο τρόπος που γίνεται όλο αυτό είναι αριστοτεχνικός, προβάλλοντας τις αρετές του χαρακτήρα ενός γνήσιου λαϊκού παιδιού, την εργατικότητα και το φιλότιμο, τονίζοντας το αυτοδημιούργητο και την εντιμότητά του και μάλιστα γνωρίζοντας ότι για τις λαϊκές μάζες θα λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα στην δολοπλοκία, στην εξαπάτηση και στη χρεοκοπία που βιώνουν τα τελευταία χρόνια.
Και φυσικά όλο αυτό καταλήγει τραγικό, αν αναλογιστούμε ότι αυτές τις καταστάσεις τις δημιούργησαν στη χώρα μας τα ίδια κέντρα και δίκτυα για να εξυπηρετήσουν δικές τους σκοπιμότητες και συμφέροντα, γεγονός που σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι τελικά είσαι ένας από τους ήρωες του Κάφκα και τόσο καιρό δεν το είχες καταλάβει.
Μερικές μέρες νωρίτερα στην Αθήνα αναγγέλθηκε ο θάνατος του Ηλία Δημητρακόπουλου, του βετεράνου δημοσιογράφου που αποκάλυψε την ελληνική πτυχή του σκανδάλου Watergate, αγωνίστηκε ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών, μήνυσε τη CIA, πολέμησε τη διαφθορά και το σύστημα. Στην κηδεία του, περίπου είκοσι άτομα σε μια σεμνή τελετή χωρίς τυμπανοκρουσίες.
Οι τηλεοράσεις και οι εφημερίδες δεν ασχολήθηκαν, οι περισσότεροι άλλωστε δεν τον γνωρίζουν. Πεισματάρης, επίμονος και θαρραλέος, αγωνίστηκε ώς το τέλος για ελευθερίες και δικαιώματα.
Ενας γνήσιος επαναστάτης απ’ αυτούς που η κοινωνία μας φοβάται γιατί προκαλούν και καταλύουν τα δεδομένα της. Δεν της μένει παρά να τους τιμωρήσει μέσα από μια σοφά συντονισμένη συνωμοσία της σιωπής, που τους καταδικάζει στην αφάνεια. Η Ιστορία πάλι τους έχει ανάγκη. Χωρίς αυτούς δεν μπορεί ο κόσμος να προχωρήσει και κυρίως να γίνει καλύτερος.
Ο Ουμπέρτο Εκο, από τους μεγαλύτερους διανοητές της εποχής, που πέθανε πριν από λίγες μέρες, είχε πει: «Σήμερα μόνον οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς από τη στιγμή που υπάρχει η τηλεόραση». Η φράση γίνεται με τον δικό της σαρκαστικό τόνο το επιμύθιο για τον Παντελίδη και τον Δημητρακόπουλο, το επιμύθιο μιας χρεοκοπημένης και ταυτόχρονα φλεγόμενης εποχής.
*Σκηνοθέτις- παραγωγός
