Η ταινία «Δυστυχώς απουσιάζατε» είναι ένα συγκλονιστικό κοινωνικό δράμα του σπουδαίου Βρετανού σκηνοθέτη Κεν Λόουτς και αποτελεί μια σκληρή καταγγελία της λεγόμενης οικονομίας της απορρύθμισης της αγοράς, της πλατφόρμας του αλγόριθμου παραγωγικότητας και της σύγχρονης εργασιακής εκμετάλλευσης που διαλύει ανθρώπους φορώντας τη μάσκα της «αυτοαπασχόλησης».
Μας μιλάει για το αδιέξοδο ενός πατέρα ο οποίος δουλεύει ως κούριερ (εξ ου και ο τίτλος «Δυστυχώς απουσιάζατε») και από κοντά μιας μάνας που δουλεύει και αυτή σε συνθήκες άγριας εκμετάλλευσης. Ακόμα μας μιλάει για την εξάρθρωση του κοινωνικού ιστού εξαιτίας του ότι οι σκληρά εργαζόμενοι γονείς απουσιάζουν αναγκαστικά από την οικογενειακή εστία, τα δε παιδιά τους βιώνουν την εγκατάλειψη και την έκθεσή τους στους κινδύνους της κοινωνίας της παραβατικότητας.
Το ίδιο όμως βλέπουμε να συμβαίνει και στη χώρα μας. Γονείς να δουλεύουν άπειρες ώρες και η παραβατικότητα των ανηλίκων να αυξάνεται καθημερινά. Οι δε ειδικοί να αναρωτιούνται ποια είναι τα αίτια της παραβατικότητας των ανηλίκων. Τους βλέπουμε στην τηλεόραση με περισπούδαστο ύφος και βαθιά συντριβή να μιλούν για τη βία στις συνοικίες, στα γήπεδα, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια. Και να ρίχνουν τις ευθύνες στα παιδιά κατηγορώντας τα για έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας, μετά στους γονείς και στους δασκάλους και τελικά στην αόριστη έννοια που αποκαλούν με στόμφο «το σύστημα». Μονοδιάστατες απόψεις από μονοδιάστατους ανθρώπους.
Τα παιδιά που έχουν παραβατική συμπεριφορά, στρέφονται κατά της κοινωνίας όχι γιατί δεν έχουν ευαισθησία, αλλά γιατί δεν έχουν τον βαθμό αυτόν της ευαισθησίας που άλλα παιδιά, αλίμονο, τα κάνει να στραφούν κατά του εαυτού τους. Δυστυχώς για την κοινωνία μας κατορθώσαμε την έμφυτη παιδική ευαισθησία να τη μετατρέψουμε πρώτα σε απορία, μετά σε θυμό και εν τέλει σε απόγνωση. Τα παιδιά λόγω αυτής ακριβώς της υπερχειλίζουσας ευαισθησίας τους βλέπουν με καθαρότητα αυτό που δεν βλέπουμε εμείς. Βλέπουν τη στέρηση και την έλλειψη. Τη στέρηση του παιχνιδιού, της φυσικής τους ελευθερίας, της ανεμελιάς, της ευτυχίας και την ίδια στιγμή την έλλειψη προτύπων, προοπτικών, ονείρων, ελπίδας και σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και τροφής και στέγης.
Βλέπουν ξεκάθαρα το πρόσωπο του τέρατος το οποίο, όπως προφήτεψε ο μηδέποτε απολέσας την παιδική του ευαισθησία Μάνος Χατζιδάκις, το συνηθίσαμε. Και αντιδρούν με αποτροπιασμό και όπως αλλιώς μπορούν σ’ αυτή την εικόνα της κοινωνίας.
Οταν βλέπεις αστυνομικούς να αναλύουν τη βία στα Πανεπιστήμια και τα προβλήματα των φοιτητών, καιροσκόπους πολιτικούς να μιλούν με ξύλινη γλώσσα για την ανάγκη εφαρμογής του δόγματος νόμος και τάξη σε παιδιά και γονείς που έχουν χάσει την κοινωνική τους πυξίδα (όχι γιατί το ήθελαν αλλά γιατί τους το επέβαλαν), τότε μην απορείς για το αδιέξοδο.
Παραδώσαμε τα εργαλεία ανάταξης της κοινωνίας σε ανειδίκευτους περί τη χρήση τους «ειδικούς» και σε ιδιοτελείς πολιτικάντηδες.
Παραδώσαμε το μέλλον των παιδιών μας και όχι μόνο αυτών που έχουν γεννηθεί αλλά και αυτών που θα έρθουν, στη νόθα πλειοψηφία γερόντων που φοβούνται μη χάσουν την πενιχρή σύνταξή τους και θυσιάζουν το μέλλον των γενεών που ακολουθούν, στον βωμό των ανασφαλειών τους οι οποίες δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα της μακρόχρονης χειραγώγησης της βούλησής τους.
Και γράφοντας αυτά, μου ήρθε στον νου το ποίημα του Ζακ Πρεβέρ που λέει: «Σε κάθε χιλιόμετρο, κάθε χρονιά, γερόντια στενοκέφαλα, δείχνουν τη στράτα στα παιδιά με μια χειρονομία από μπετόν αρμέ». Αυτό βλέπουμε καθημερινά. Ξεροκέφαλους ανθρώπους στους οποίους έχουμε παραδώσει αδιαμαρτύρητα τη μοίρα μας, ανθρώπους που δεν έχουν κάνει τίποτα σωστά να δείχνουν τον «σωστό» δρόμο στα παιδιά. Και τους ακούμε με θράσος να λένε: Αφού γεμίζετε τις ταβέρνες και τα ξενοδοχεία στα τριήμερα γιατί διαμαρτύρεστε αφού καλά περνάτε; Αλλά κι εδώ το ίδιο ισχύει. Δυστυχώς απουσιάζουμε.
Η διασκέδαση πλέον μας γυρίζει στην εποχή που γράφτηκε η Παλαιά Διαθήκη: «Δώστε κάτι να μεθύσουν οι λυπημένοι και κρασί να πιουν οι πονεμένοι, για να ξεγελάσουν τη φτώχεια τους και να μη θυμούνται τους πόνους τους» (Παροιμίαι 31:6,7).
Ολοι απουσιάζουμε πλέον από το κοινωνικό γίγνεσθαι. Ή μάλλον το κοινωνικό γίγνεσθαι απουσιάζει από την κοινωνία. Αυτή τραβάει τον δρόμο της· ένα καραβάνι χωρίς πυξίδα, χωρίς προορισμό στην έρημο των «μεταρρυθμίσεων» και του κυνηγητού της σκιάς της αέναης οικονομικής ανάπτυξης.
● Νομικός, συγγραφέας
