Οι δημοσκοπήσεις αναδεικνύουν μια φαινομενικά αντιφατική πολιτική πραγματικότητα. Από τη μια η συντριπτική πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, ένα ποσοστό μεγαλύτερο του 70%, συστηματικά συμφωνεί ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή. Από την άλλη, όμως, δεν υπάρχει συμφωνία για το ποιον σχηματισμό και ποιον πολιτικό αρχηγό εμπιστεύονται οι ερωτώμενοι να φέρει αυτή την αλλαγή. Ετσι, η Ν.Δ. του κ. Μητσοτάκη έρχεται πρώτη δημοσκοπικά, χωρίς, όμως, να συγκεντρώνει ποσοστά που να της εξασφαλίζουν την αυτοδυναμία.
Την ίδια στιγμή, τα κόμματα της κατακερματισμένης αντιπολίτευσης παραμένουν σε χαμηλά ποσοστά, καθώς κανένα δεν πείθει ότι μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική αλλαγή. Αυτά συνέβαιναν μέχρι που εμφανίστηκε η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Η οποία ήρθε να καλύψει το κενό της απουσίας μιας συνεκτικής, πειστικής, κοινωνικά αποδεκτής και εφαρμόσιμης κυβερνητικής αντιπρότασης.
Η πολυαναμενόμενη ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου δεν ήρθε μέσα από τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς. Ηρθε από ένα νέο κόμμα που απευθύνεται απευθείας στην κοινωνία και κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα της στήριξής της. Από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της η ΕΛΑΣ έπεισε ότι και ξέρει και μπορεί να κυβερνήσει.
Προτείνοντας συγκεκριμένες λύσεις στα προβλήματα, μέσα από ένα οικονομικά εφικτό, κοινωνικά δίκαιο και περιβαλλοντικά αποτελεσματικό πολιτικό πρόγραμμα που απαντά στις ανάγκες της εποχής.
Η ζωή, όπως και η πολιτική, δεν αγαπούν το κενό. Η σταθεροποίηση της ΕΛΑΣ στη δεύτερη θέση και η καθιέρωση του Αλέξη Τσίπρα ως του αντίπαλου δέους του κ. Μητσοτάκη δεν είναι παρά η απόδειξη της μεγάλης αλήθειας. Το πρώτο βήμα έγινε. Τώρα μένει να ενισχυθεί η ΕΛΑΣ για να αμφισβητήσει την πολιτική ηγεμονία της Ν.Δ. Και αυτό χρειάζεται συστηματική προσπάθεια, προκειμένου να εμπεδωθεί σε ένα ευρύτερο εκλογικό κοινό από εκείνο που ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ το 2023 η αντίληψη ότι υπάρχει άλλος δρόμος.
Για να συμβεί αυτό, πρέπει πρώτα να αμφισβητηθούν τα βασικά ιδεολογικά προτάγματα της νεοφιλελεύθερης κυριαρχίας. Μεταξύ των οποίων η στροφή στην ιδιωτικότητα και στη μεμονωμένη προσπάθεια του πολίτη να δώσει μόνος του λύση στα προβλήματά του. Με την ακρίβεια και τα οικονομικά προβλήματα, αλλά και τις φυσικές καταστροφές, να μην αποτελούν υποχρέωση της πολιτείας να τα αντιμετωπίσει.
Αλλά και οι ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών και η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, με τα επιδόματα και τα λογής pass, χρειάζεται δουλειά στη βάση για να αποδομηθούν ως δήθεν μονόδρομος. Και, τέλος, η διαφθορά δεν αρκεί να καταδικάζεται. Πολύ περισσότερο, πρέπει να συνδεθεί με τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας. Που θέτει ως πρωταρχικό και ύψιστο αγαθό σε μια ιδιωτικοποιημένη κοινωνία την επιδίωξη του κέρδους με όποιον τρόπο.
Για να γίνει εφικτή η αποδόμηση του νεοφιλελεύθερου προτύπου και η εμπέδωση στην κοινωνία του αντίπαλου δέους, χρειάζεται εκτός από τον αδιαμφισβήτητα χαρισματικό αρχηγό και ένα έμπειρο και ικανό επιτελείο. Οι μεμονωμένες προσπάθειες δεν κερδίζουν, όσο καλές και αν είναι.
Η κοινωνία για να πεισθεί θέλει να δει ομάδα. Η οποία, με την ηγεσία του χαρισματικού αρχηγού, θα δώσει τη μεγάλη μάχη. Αν δεν συμβεί άμεσα αυτό, σύντομα και αυτή η προσπάθεια θα οδηγηθεί στο πολιτικό κενό…
*Καθηγητής, πρώην πρύτανης ΑΠΘ, επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
