Ρέα Βαλντέν*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Χρησιμοποιούμε συχνά τον όρο «μονταζιέρα» για να δηλώσουμε την κοπτοραπτική επέμβαση σε ένα γεγονός ή μια δήλωση κατά τρόπο που να αλλοιώνει την αλήθεια της. Παρότι κανείς δεν χρησιμοποιεί πια τις μυθικές μονταζιέρες, αλλά τα κατάλληλα προγράμματα στον υπολογιστή, ο όρος «μοντάζ» αναφέρεται σε μια από τις βασικές φάσεις της παραγωγής ενός οπτικοακουστικού κειμένου.

Μοντάζ ονομάζουμε τη σύνδεση δύο κομματιών συνεχόμενης λήψης. Αυτό παλιότερα αντιστοιχούσε στην κυριολεκτική συγκόλληση δύο κομματιών φιλμ. Ολες σχεδόν οι κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές (συμπεριλαμβανομένων των ειδήσεων) είναι προϊόντα μοντάζ. Αυτή όμως η απαραίτητη τεχνική είναι συγχρόνως και βασική μέθοδος παραγωγής νοήματος.

Οι πρώτοι που συνειδητοποίησαν ότι το μοντάζ παράγει νόημα και το μελέτησαν επιστημονικά ήταν η ομάδα Σοβιετικών κινηματογραφιστών γύρω από τον Λεβ Κουλεσόφ, στην πρώτη σχολή κινηματογράφου στον κόσμο, τη VGIK, στη Μόσχα, στη δεκαετία του 1920. Ενα από τα πιο διάσημα πειράματά τους λέγεται ότι ήταν το ακόλουθο: Κινηματογράφησαν χωριστά τα εξής τρία πλάνα: το ανέκφραστο πρόσωπο ενός ηθοποιού (πλάνο 1), ένα πιάτο σούπα (πλάνο 2), έναν νεκρό (πλάνο 3). Μετά έφτιαξαν δύο σύντομες ταινίες.

Η πρώτη αποτελούνταν από το πιάτο σούπα, ακολουθούμενο από το πρόσωπο του ηθοποιού (πλάνα 2+1). Η δεύτερη από τον νεκρό, ακολουθούμενο από το πρόσωπο (πλάνα 3+1). Μετά έδειξαν τις δυο ταινιούλες σε θεατές και ρώτησαν για τις εντυπώσεις τους. Οι θεατές θαύμασαν την υποκριτική ικανότητα του ηθοποιού, που τόσο επιτυχημένα υποδύθηκε την πείνα στην πρώτη ταινία και τη λύπη στη δεύτερη. Ας επαναλάβουμε ότι το πλάνο του ηθοποιού ήταν το ίδιο και στις δύο περιπτώσεις και επιπλέον το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο. Τι συμπεράσματα βγάζει κανείς από αυτό το πείραμα;

Πρώτον, το μοντάζ κατασκευάζει χώρο. Βλέποντας στην ταινία ένα πιάτο σούπα και μετά το πρόσωπο ενός άνδρα, οι θεατές υπέθεσαν ότι ο άνδρας και το πιάτο βρίσκονταν στον ίδιο χώρο. Γεγονός είναι ότι ο άνδρας και το πιάτο θα μπορούσαν να κινηματογραφηθούν σε άλλο χώρο, σε διαφορετική χρονική στιγμή και ποτέ να μη συναντηθούν στην πραγματική ζωή.

Ετσι, μια ταινία μπορεί να κατασκευάσει μια πόλη από κομμάτια πολλών πόλεων ή έναν ολόκληρο λαβύρινθο χρησιμοποιώντας μία και μοναδική γωνία δρόμου. Ετσι, ένα δελτίο ειδήσεων μπορεί να παρεμβάλει στα πλάνα μιας συγκέντρωσης το πλάνο ενός φλεγόμενου κάδου από άλλη προέλευση και να κατασκευάσει τη λανθασμένη εντύπωση της χωροχρονικής τους συνύπαρξης.

Δεύτερον, το μοντάζ παράγει λογική σχέση. Βλέποντας στην ταινία διαδοχικά τα πλάνα με το πιάτο και το πρόσωπο, οι θεατές υπέθεσαν ότι τα συνδέει μια σχέση αιτιότητας. Οχι μόνο, δηλαδή, ότι ο άνδρας βρίσκεται στον ίδιο χώρο με το πιάτο και το κοιτάει, αλλά ότι το κοιτάει επειδή πεινάει.

Ετσι, στο δελτίο ειδήσεων που ανέφερα πριν, η παρεμβολή ενός φλεγόμενου κάδου σε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας όχι μόνο κατασκευάζει την εντύπωση της συνύπαρξης, αλλά και την αιτιακή σχέση ότι οι διαμαρτυρόμενοι έβαλαν φωτιά στον κάδο. Η αιτία της φωτιάς στον κάδο θα μπορούσε κάλλιστα να είναι άσχετη με τη διαμαρτυρία, ακόμα και στην περίπτωση της πραγματικής χωροχρονικής συνύπαρξής τους.

Μια πιο έμμεση τεχνική υποβολής αιτιότητας είναι αυτή που εφαρμόζουν τα δελτία ειδήσεων με την επιλογή της διαδοχής παρουσίασης των θεμάτων τους. Με αυτόν τον τρόπο η διαδοχική παρουσίαση μιας είδησης που αφορά τη μετανάστευση με μια είδηση που αφορά την εγκληματικότητα παράγει το ρατσιστικό μήνυμα ότι υπαίτιοι για την εγκληματικότητα είναι οι μετανάστες, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να το διατυπώσει ρητά ο παρουσιαστής.

Η τρίτη διαπίστωση που προκύπτει από το πείραμα Κουλεσόφ είναι ότι προβάλλουμε ψυχολογικά χαρακτηριστικά πάνω στους χαρακτήρες μιας ταινίας, καθοδηγούμενοι από την κατασκευή της. Οι θεατές ανέγνωσαν στην ίδια ακριβώς εικόνα προσώπου δύο διαφορετικά συναισθήματα: την πείνα και τη λύπη. Προφανώς οι χαρακτήρες των ταινιών δεν έχουν εσωτερικό κόσμο, όπως έχουν οι πραγματικοί άνθρωποι που συναντούμε στη ζωή μας.

Οδηγούμαστε στο να προβάλουμε πάνω τους ψυχολογικά χαρακτηριστικά από τα στοιχεία που μας δίνει η ταινία και τον τρόπο που το κάνει. Η λεπτομέρεια είναι ότι το ίδιο ισχύει για οποιοδήποτε πραγματικό πρόσωπο «γνωρίζουμε» μέσα από οπτικοακουστικά κείμενα, όπως π.χ. τις ειδήσεις.

Ζώντας περιτριγυρισμένοι από οπτικοακουστικά μηνύματα, είμαστε ήδη υποψιασμένοι ότι ο κόσμος που μας προσφέρουν δεν έχει αναγκαία αντιστοίχιση με την πραγματικότητα. Ενα βήμα παραπέρα είναι να μάθουμε τους τρόπους με τους οποίους κατασκευάζεται η εικονική πραγματικότητα που μας προσφέρεται και το μοντάζ είναι ένας από τους βασικότερους.

Η γνώση αυτή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου οπτικοακουστικού εγγραμματισμού, απαραίτητου πλέον για να λειτουργήσουμε ως ενσυνείδητοι και κριτικοί πολίτες. Γι’ αυτόν τον λόγο υποστηρίζω ότι η διδασκαλία του οπτικοακουστικού εγγραμματισμού πρέπει να εισαχθεί στο σχολείο.

* Διδάκτωρ Φιλοσοφίας και θεωρητικός του κινηματογράφου