Το Μεσολόγγι είναι ένας τόπος με μεγάλη ιστορική βαρύτητα, ακόμη και για το σήμερα, με διαχρονικά διεθνή νοήματα και μηνύματα. Την νύχτα της 10ης προς την 11η Απριλίου 1826, άνθρωποι πεινασμένοι, εξαντλημένοι, άυπνοι, χωρίς επαρκή ρουχισμό και δυνατότητα θέρμανσης, που τους θέριζαν οι αρρώστιες, που ήταν εκτεθειμένοι στην υγρασία, στη βροχή, στο ψύχος, στις λάσπες, αλλά και σε ανηλεείς βομβαρδισμούς -άνθρωποι σκιές- αποφάσισαν να βαδίσουν προς την ΕΞΟΔΟ.
Σε αυτό το γεγονός είναι αφιερωμένη η Έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη (17 Φεβρουαρίου έως 3 Μαΐου 2026) με τίτλο: «Μεσολόγγι 1826. 200 χρόνια από την Έξοδο». Η Έκθεση οργανώνεται σε έξι θεματικές ενότητες, οι οποίες ξεκινούν από τα προεπαναστατικά χρόνια, όταν το Μεσολόγγι ήταν ένα δραστήριο και πολυσύχναστο λιμάνι με αξιόλογο στόλο και έντονη εμπορική δραστηριότητα προς και από τα Ιόνια νησιά και τη δυτική Ευρώπη. Στην συνέχεια παρουσιάζεται η ελληνική Επανάσταση του 1821, η συμμετοχή της πόλης σε αυτήν, οι δύο αποκλεισμοί της (1822-23 και 1825-26) μέχρι την πτώση και την επιρροή που άσκησε η Έξοδος στην ανάπτυξη ενός ευρύτατου φιλελληνικού κινήματος.
Η Έκθεση περιλαμβάνει περίπου 200 εκθέματα: πίνακες, σχέδια, χαρακτικά, βιβλία, περιοδικές εκδόσεις, εφημερίδες, επιστολές, χάρτες, όπλα και προσωπικά αντικείμενα αγωνιστών, όπως οι δύο πιστόλες του Λόρδου Βύρωνα ή η πυξίδα του Α. Μιαούλη και το πορτρέτο του (1827) που πωλούνταν προς όφελος του αγώνα των Ελλήνων. Παρουσιάζονται επίσης όπλα του Μεσολογγίτη αγωνιστή Ιωάννη Μάνεση (παλάσκα, ασημένιο επίχρυσο διακοσμημένο σπαθί, πιστόλα επιχρυσωμένη και διακοσμημένη), οι επιστολές της Ευανθίας Καΐρη «Προς τας φιλελληνίδας», καθώς ποιήματα και αφίσες από θεατρικά ή μουσικά έργα (1826 και 1827) που παρουσιάζονταν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την υποστήριξη των επαναστατημένων Ελλήνων. Παρουσιάζονται ακόμη αναπαραστάσεις από τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη (9-8-1823) και την ταφή του στο Μεσολόγγι, όπου οι καλλιτέχνες τον παρομοιάζουν ως τη σύγχρονη εκδοχή του αρχαίου στρατηγού Λεωνίδα, καθώς και πιάτα κατασκευασμένα στη Γαλλία με αναπαραστάσεις από τον αγώνα. Αυτά και άλλα πολλά συνθέτουν την Έκθεση.
Η Έκθεση ξεκινά με σχέδια, υδατογραφίες και λιθογραφίες που απεικονίζουν στιγμιότυπα από τη ζωή της πόλης πριν την Επανάσταση: τα σπίτια, τις καλύβες των ψαράδων, το ψάρεμα στη λιμνοθάλασσα με πριάρι ή με σταφνοκάρι (που επιβιώνει ακόμη στο Αιτωλικό και είναι ένα τετράγωνο δίχτυ στερεωμένο σε δύο πασσάλους που μοιάζει σαν αντεστραμμένη ομπρέλλα), τους ναυτικούς, την αγροτική ζωή, την επεξεργασία του αλατιού, την ενδυμασία των γυναικών ανάλογα με την κοινωνική τους θέση, με έμφαση στον Σέρσιγκα που ήταν η παραδοσιακή ενδυμασία της Μεσολογγίτισσας αρχόντισσας κ.λπ.
Συνεχίζοντας την περιήγηση βλέπεις την επιστολή του Eynard στον Καραϊσκάκη (10-12-1826) που τον προτρέπει να προσέξουν οι Έλληνες τις διχόνοιες, ώστε να μην μειωθεί ο ζήλος των φιλελλήνων. Ακολουθούν η λιθογραφία του Λόρδου Βύρωνα (1827) και το σχέδιο του θανάτου του (μολύβι και χαρτί, 1826) του Chatillon, καθώς και η ξενόγλωσση εφημερίδα «Telegrafe Greco», που στόχευε στην ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης για τα τεκτενόμενα στην Ελλάδα, η οποία τυπωνόταν στο Μεσολόγγι στο τυπογραφείο των Μάγερ και Μεσθενέα και είχε διευθυντή σύνταξης τον Pietro Gamba. Παρουσιάζεται επίσης χαλκογραφία του Dusch (τέλη της δεκαετίας του 1820), που απεικονίζει την Έξοδο και δείχνει επιπλέον την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης από τον Καψάλη, καθώς και το βουνό που κατέφυγε ένα τμήμα των εξοδιτών. Έχει κι άλλα χαρακτικά με παρόμοιες αναπαραστάσεις σχετικών με την αντίσταση και την Έξοδο. Επιλέγουμε μια επιχρωματισμένη οξυγραφία (1837), των Berelli (χαράκτης) και Pietro (σχεδιαστής), που δείχνει μια Μεσολογγίτισσα μητέρα με το παιδί της κρεμασμένο επάνω της και το γιαταγάνι στο άλλο χέρι, τον πίνακα του Scheffer (λάδι σε μουσαμά, 1827) με ένα ελληνόπουλο να υπερασπίζεται τον πληγωμένο πατέρα του, καθώς και το έργο του του Mercier (1830) με Μεσολογγίτες και Μεσολογγίτισσες μέσα σε βάρκα που προσπαθούν να διαφύγουν. Ξεχωρίζουν επίσης οι κλασσικές επιχρωματισμένες λιθογραφίες αφενός του Neuville, με τίτλο, «Η Υπεράσπιση του Μεσολογγίου», αφετέρου του Θ. Βρυζάκη (1856),
«Η Έξοδος του Μεσολογγίου», καθώς και το σχέδιό του, «Η θυσία του Καψάλη στο Μεσολόγγι» (1855).
Η πτώση του Μεσολογγίου δεν ήταν νομοτέλεια. Ήταν αποτέλεσμα στρατηγικών λαθών και συνειδητών επιλογών. Οι Μεσολογγίτες, παρά τις εκκλήσεις τους για βοήθεια, εγκαταλείφθηκαν στον μαρτυρικό θάνατο της πείνας, ενώ η κυβέρνηση Μαυροκορδάτου δεν εξασφάλισε την αντίστοιχη υποστήριξη. Τα χρήματα των δανείων θα μπορούσαν να έχουν συμβάλλει καθοριστικά στην τροφοδοσία της πόλης και να τους σώσουν, παρά τις προσπάθειες του Μιαούλη, ο οποίος έσπασε τον αποκλεισμό του Μεσολογγίου δύο φορές (το 1825 και αρχές του 1826), αλλά χωρίς να μπορέσει να το επαναλάβει στην κρίσιμη τελική φάση, όταν οι πολιορκημένοι χρειάζονταν απεγνωσμένα βοήθεια. Οι καταχρήσεις των δανείων είχαν ως συνέπεια να μην υπάρχουν πόροι ώστε να ναυλωθούν πλοία για να σπάσουν τον αποκλεισμό, ενώ η κυβέρνηση παραμερίζοντας τον Καραϊσκάκη από την αρχηγία στο στρατόπεδο της Δερβέκιστας, στέρησε τους αποκλεισμένους από μια συντονισμένη βοήθεια και αντιπερισπασμό κατά την Έξοδο. Η μη υποστήριξη των Μεσολογγιτών δεν ήταν τυχαίο γεγονός, αλλά αποτέλεσμα του εσωτερικού διχασμού, των καταχρήσεων των δανείων και της έλλειψης εμπιστοσύνης και συντονισμού, που κόστισε στρατιωτικά και οδήγησε σε μια από τις πιο τραγικές στιγμές της Επανάστασης.
Τέλος, παρουσιάζεται σε πανοραμικό σχέδιο (μολύβι σε χαρτί) η πόλη του Μεσολογγίου την περίοδο της ανοικοδόμησής της, τη δεκαετία του 1830, ένα γραμματόσημο σε σχέδιο του Δ. Μπισκίνη με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από την Έξοδο (1926), Αναμνηστικό της εκατονταετηρίδας, καθώς και αντίτυπα από τα Απομνημονεύματα του Σπυρομίλιου και του Αρτέμιου Μίχου και το ποίημα του Κ. Παλαμά, «Η δόξα στο Μεσολόγγι».
Το Μεσολόγγι με την εποποιία της Εξόδου, αναδείχτηκε σε διαχρονικό σύμβολο της Επανάστασης, της Αντίστασης και της Ελευθερίας σε ολόκληρο τον κόσμο.
