Στο σύγχρονο ελληνικό πολιτικό περιβάλλον, οι δημοσκοπήσεις έχουν μετακινηθεί αισθητά από τον αρχικό τους ρόλο ως εργαλείων αποτύπωσης της «κοινής γνώμης» προς μια πιο σύνθετη και συχνά προβληματική λειτουργία: αυτή της παραγωγής πολιτικού νοήματος. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για μεθοδολογικές αποτυπώσεις αλλά για παρεμβάσεις στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πολιτική πραγματικότητα. Με αυτήν την έννοια, οι δημοσκοπήσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο –ανομολόγητο– προπαγανδιστικό πλαίσιο, όπου η πληροφορία δεν καταγράφεται απλώς, αλλά πλαισιώνεται, ερμηνεύεται και τελικά κατευθύνεται και χειραγωγείται.
Η μετατόπιση αυτή καθίσταται εμφανής στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα ευρήματα. Οι αριθμοί, δηλαδή ποσοστά πρόθεσης ψήφου, δείκτες δημοφιλίας και κυρίως οι εκτιμήσεις πρόθεσης ψήφου (που καθώς δημιουργούνται με βάση την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση αναπαράγουν συστηματικά και αυθαίρετα παλαιότερες εκλογικές συμπεριφορές) σπάνια αφήνονται να «μιλήσουν» από μόνοι τους. Συνοδεύονται κατά κανόνα από ερμηνευτικά σχόλια που τους προσδίδουν συγκεκριμένο νόημα. Ετσι, μια άνοδος της κυβέρνησης μεταφράζεται συνήθως σε «ενίσχυση σταθερότητας», ενώ μια πτώση της αντιπολίτευσης ως «έλλειψη αξιοπιστίας» ή «αδυναμία πρότασης». Οι έννοιες της σταθερότητας, της αποτελεσματικότητας και της συναίνεσης επιστρατεύονται επιλεκτικά, λειτουργώντας ως θετικά σημαίνοντα που πλαισιώνουν την κυβερνητική εικόνα.
Η συμβολή αναλυτών αποκτά προφανώς ιδιαίτερη σημασία, κυρίως όταν δεν περιορίζονται –ως όφειλαν– στην παρουσίαση δεδομένων, αλλά προχωρούν σε ερμηνείες που αποδίδουν σκοπιμότητα σε γεγονότα (όπως η χρονική ανάδειξη ενός σκανδάλου). Η γραμμή μεταξύ ανάλυσης και πολιτικής παρέμβασης γίνεται τότε δυσδιάκριτη, η δημοσκόπηση παύει να είναι ουδέτερο εργαλείο –όπως συνήθως εμφανίζεται– και μετατρέπεται σε φορέα αφηγηματικής χειραγώγησης.
Οι δημοσκοπήσεις συμμετέχουν έτσι ενεργά στις κοινωνικές αναπαραστάσεις της πολιτικής πραγματικότητας, υπό την έννοια ότι δεν καταγράφουν απλώς απόψεις, αλλά συμβάλλουν στη διαμόρφωση του «κοινού νοήματος», του πλαισίου δηλαδή μέσα στο οποίο το κοινωνικό υποκείμενο ερμηνεύει την πολιτική. Η επανάληψη της φράσης «Οι πολίτες θέλουν σταθερότητα» δεν αποτελεί την απλή περιγραφή μιας «τάσης», οδηγεί στην ενίσχυση και νομιμοποίησή της. Δημιουργείται έτσι ένας κυκλικός μηχανισμός όπου η δημοσκόπηση επηρεάζει την «κοινή γνώμη», η οποία με τη σειρά της επιβεβαιώνει τη δημοσκόπηση…
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι η σημειολογική αποδόμηση της έννοιας της σύγκρουσης. Ενώ σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο η σύγκρουση ιδεών και συμφερόντων αποτελεί βασικό μηχανισμό λογοδοσίας και αλλαγής, στο κυρίαρχο επικοινωνιακό αφήγημα η σύγκρουση εμφανίζεται ως «θόρυβος», ως παράγοντας αποσταθεροποίησης που πρέπει να αποσοβηθεί. Η συναίνεση, αντίθετα, προβάλλεται ως αυταξία, ακόμα και όταν αυτή συνεπάγεται απουσία ουσιαστικής αντιπαράθεσης. Με αυτόν τον τρόπο η πολιτική αποπολιτικοποιείται: από πεδίο σύγκρουσης μετατρέπεται σε πεδίο διαχείρισης.
Εξίσου σημαντική είναι και η σημειολογική εργαλειοποίηση της έννοιας της ασφάλειας. Ενώ προβάλλεται ως βασικός άξονας του κυβερνητικού λόγου, η κυβερνητική πολιτική οδηγεί συχνά σε επιλογές που αυξάνουν την αβεβαιότητα, ιδίως στο γεωπολιτικό πεδίο. Δεν έχουμε παρά να δούμε την πρόσφατη ευθυγράμμισή της με ΗΠΑ και Ισραήλ σε ένα περιβάλλον αυξημένων εντάσεων με το Ιράν, την παροχή στρατιωτικών διευκολύνσεων και τη συμμετοχή σε συμμαχικές αποστολές. Η ασφάλεια, αντί να λειτουργεί ως συνεκτική στρατηγική, μεταβάλλεται δηλαδή σε επικοινωνιακό σύνθημα που συγκαλύπτει αντιφάσεις τις οποίες ενισχύουν οι δημοσκοπήσεις, όταν ενσωματώνουν αυτή τη ρητορική χωρίς την κριτική απόσταση που επιβάλλεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις.
Ο ρόλος των ΜΜΕ είναι προφανώς καθοριστικός σε αυτή τη διαδικασία, δεδομένου ότι τα δημοσκοπικά ευρήματα δεν παρουσιάζονται απλώς, αλλά εντάσσονται σε αφηγήματα που ενισχύουν συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις: τίτλοι, επισημάνσεις και σχολιασμοί λειτουργούν ως φίλτρα που καθορίζουν τι θα θεωρηθεί σημαντικό και πώς θα ερμηνευτεί. Η δημοσκόπηση γίνεται πλέον μέρος ενός ευρύτερου επικοινωνιακού οικοσυστήματος, όπου η πληροφορία και η προπαγάνδα συγχέονται και αλληλεπιδρούν.
Αποκτάμε κατ’ αυτόν τον τρόπο μια μορφή «ήπιας προπαγάνδας» όπου η επιρροή ασκείται μέσω της διαμόρφωσης του πλαισίου εντός του οποίου οι πολίτες σκέφτονται και αξιολογούν. Η σταθερότητα παρουσιάζεται ως αυτονόητη επιλογή, η αλλαγή ως «ρίσκο», η σύγκρουση ως πρόβλημα, ενώ οι εναλλακτικές προοπτικές περιθωριοποιούνται «ευγενώς» μέσω της απονοηματοδότησής τους.
Συμπερασματικά, οι δημοσκοπήσεις στην Ελλάδα μοιάζουν να έχουν ενσωματωθεί σε έναν μηχανισμό πολιτικής σημειολογίας, όπου η καταγραφή και η κατασκευή στάσεων και απόψεων δεν συγχέονται κατά λάθος αλλά συγχωνεύονται εσκεμμένα. Η πρόκληση σε ένα δημοκρατικό πολιτικό πεδίο δεν είναι φυσικά να απορρίψει τα εργαλεία αυτά αλλά να αποκαταστήσει τη διαφάνεια, τη μεθοδολογική αυστηρότητα και κυρίως τη σαφή διάκριση μεταξύ των δεδομένων και των ερμηνειών τους.
Χωρίς τη διάκριση αυτή, η πολιτική κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε έναν καθρέφτη εντυπώσεων, όπου η πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στην εικόνα της, γεγονός που ειρωνικά μας παραπέμπει στο θεατρικό έργο του Πιραντέλο «Ετσι είναι, αν έτσι νομίζετε».
*Ομότιμος καθηγητής Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
