Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είκοσι πέντε χρόνια πέρασαν από την πρεμιέρα της βρετανικής κωμικής σειράς «The Office». Η ιδέα του Ρίκι Τζερβέις και του Στίφεν Μέρσαντ δεν κατάφερε μονάχα να κατακλύσει τον κόσμο με απανταχού εκδοχές της πολυβραβευμένης σειράς, αλλά να στρέψει το βλέμμα της κάμερας (και του θεατή) σε αυτήν την «πληγή εντός της συλλογικής μας ψυχής», όπως χαρακτήριζε ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ τα περισσότερα επαγγέλματα στον ύστερο καπιταλισμό.

Σε αντίθεση με το αμερικανικό «The Office», το βρετανικό προσφέρει γερές δόσεις δυστυχίας και απελπισίας εντός του εργασιακού κόσμου. Ενα γραφείο όπου κυριαρχεί ο κυνισμός, η ειρωνεία, ο εγωισμός, η προσπάθεια άντλησης της προσοχής και την ίδια στιγμή η περιφρόνηση του ελέγχου, των εντολών, της εξουσίας και η προσπάθεια σπατάλης του νεκρού χρόνου μέχρι την ώρα του σχολάσματος.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά, οι γκάφες και η ετεροντροπή που μας σερβίρει ο Ντέιβιντ Μπρεντ (το διαβόητο αφεντικό που θέλει να κερδίσει την εκτίμηση των εργαζομένων του) έχουν δώσει τη σκυτάλη στην υπερκόπωση, στην επισφάλεια και στην οπισθοδρόμηση των εργασιακών δικαιωμάτων.

«Οι άνθρωποι με τους οποίους δουλεύεις είναι απλά οι άνθρωποι που σε έριξαν εκεί για να συνεργαστείς. Δεν τους ξέρεις, δεν ήταν δική σου επιλογή. Κι όμως περνάς περισσότερο χρόνο μαζί τους από ό,τι με τους φίλους ή την οικογένειά σου. Αλλά μάλλον το μόνο που έχετε κοινό είναι το γεγονός ότι περπατάτε πάνω στο ίδιο κομμάτι χαλί 8 ώρες την ημέρα»
Τιμ Κάντερμπρι, «The Office» (2001-2003)

Οταν ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ κατοχύρωνε τον όρο «bullshit jobs» («μπαρουφοδουλειές», «ανούσιες εργασίες»), ξεκινούσε τον πρόλογό του με μια πρόβλεψη του Τζον Μέιναρντ Κέινς από τη δεκαετία του 1930: «Στο μέλλον, όταν η τεχνολογία θα έχει αναπτυχθεί αρκετά, χώρες όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ θα επιτύχουν τη δεκαπεντάωρη εργασία».

Οχι μόνο δεν έχει επιτευχθεί αυτή η πρόβλεψη, αλλά ακόμα και σε χώρες που οι εργαζόμενοι κατείχαν μια προηγμένη εργασιακή ευελιξία (βλ. Γερμανία), αυτή τίθεται συνεχώς σε αμφισβήτηση για να τονωθεί η «παραγωγικότητα». Μέσα σε όλα αυτά, ο εργασιακός μας χρόνος συνεχώς επεκτείνεται και εκτός γραφείου. Τα e-mails πάντα να ανανεώνονται με καινούργια tasks και memo, το slack και το Teams να βαράνε αδιάκοπα και οι συζητήσεις με φίλους, γνωστούς και οικογένεια να περιλαμβάνουν πάντα τη δουλειά. Η διαφυγή είναι αδύνατη, ο ελεύθερος χρόνος εξολοθρεύεται.

Είκοσι πέντε χρόνια μετά την πρεμιέρα του «The Office» – Εκατοντάδες χρόνια εξουθένωσης
Ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και παραγωγός του The Office Ρίκι Τζερβέις

Είναι σαν να βρισκόμαστε σ΄ένα ατελείωτο επεισόδιο του The Office, όπου αναλωνόμαστε γύρω από τις εργασιακές μας σχέσεις, την εργασιακή μας υπόσταση, το προφίλ μας στο Linkedin, την επαγγελματική μας επίδοση. Πίσω από όλα αυτά κρύβεται η ανάγκη της επιβίωσης, η ανάδειξη της καριέρας, η βαρεμάρα της ρουτίνας. Η διαφορά με την τηλεοπτική σειρά είναι ότι δεν έχει πλάκα, ίσα ίσα τα πράγματα είναι πάρα πολύ σοβαρά.

Ερευνες από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ καταδεικνύουν μια θλιβερή εργασιακή πραγματικότητα. Σχεδόν πάνω από τους μισούς εργαζόμενους βιώνουν στρες και υπερκόπωση λόγω της εργασίας τους.

Το 66% των Αμερικανών εργαζομένων έχουν νιώσει εργασιακή εξουθένωση (burnout), 9 στους 10 στη Βρετανία βιώνουν ακραία επίπεδα άγχους με 2 στους 10 να έχουν βγει σε άδεια με υπερκόπωση, στη Γαλλία το 43% δηλώνει ότι η εργασία τους πολλές φορές πλήττει την ψυχική τους υγεία και στην Ελλάδα 7 στους 10 νέους αναφέρουν συναισθηματική εξάντληση εντός της καθημερινότητας τους.

[Μουσικό διάλειμμα]

I’m so tired, sheep are counting me
No more struggle, no more energy
No more patient, you can write that down,
it’s all too crazy,
I’m not sticking around.
Fugazi, I’m So Tired.

Ο Τιμ από το «The Office» έχει άδικο όταν λέει ότι το μόνο κοινό με τους συναδέλφους είναι το περπάτημα πάνω στο ρημάδι το χαλί που στολίζει το γραφείο. Ισως με τους συναδέλφους μας, ακόμα και αυτούς που δεν αντέχουμε, έχουμε τουλάχιστον άλλο ένα κοινό: είμαστε τόσο, μα τόσο κουρασμένοι!

Ζούμε στην κοινωνία της κόπωσης, μιας κόπωσης με χαρακτηριστικά αυτοεπιθετικότητας, όπως γράφει και ο Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν στην «Κοινωνία της κόπωσης». «Ασκούμε βία και εκμεταλλευόμαστε τον εαυτό μας», στο όνομα της «ελευθερίας» μας. Η εξάντληση μας χτυπά ανελέητα, μας πετάει στους τέσσερις τοίχους, μας αφαιρεί τη βαρεμάρα, τη δημιουργία, τον στοχασμό, μας απομονώνει και μας αποκλείει. Στο «Περί κοπώσεως» ο Πέτερ Χάντκε περιγράφει αυτήν ακριβώς την κατάσταση: «Είχαμε ήδη αρχίσει και οι δύο να πέφτουμε, ασυγκράτητοι, μακριά ο ένας απ’ τον άλλο, στην αποκλειστικά δική του κόπωση ο καθένας, όχι στην κοινή κόπωση και των δύο μας, αλλά εγώ στη δική μου εδώ κι εσύ στη δική σου εκεί πέρα».

Οπως προτείνει και ο ίδιος και ο Μπιούνγκ-Τσουλ Χαν, για να αντεπεξέλθουμε σε αυτή την κοινωνία πρέπει να αναζητήσουμε την κοινή μας κόπωση, ώστε να συναντήσουμε το(ν) Αλλο, να ιδωθούμε και να αγγιχτούμε, να βρούμε την ησυχία ώστε να μπορέσουμε να οραματιστούμε. Αυτό βέβαια προϋποθέτει δράση. Δράση η οποία παρά την κόπωση έχει την ικανότητα να συνυπάρξει, να συνομιλήσει, να συμπονέσει, να συνταχθεί με ένα όραμα στο οποίο η εργασία θα μετατραπεί σε κάτι, αν όχι δημιουργικό, τουλάχιστον ανθρώπινο.