ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Μπιθυμήτρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τις πρώτες ημέρες του πολέμου, γράφτηκαν άρθρα που δικαιολογούσαν τον πόλεμο στο Ιράν στο όνομα της προόδου. Το επιχείρημα ότι υπάρχει αντίτιμο για τη συμμετοχή στην πρόοδο –την οποία μάλιστα εγγυάται ο δυτικός τρόπος ζωής– στην πραγματικότητα δεν υποχώρησε ποτέ, παρά το χάος που προκάλεσαν οι προηγούμενοι πόλεμοι της Δύσης.

Επιστρατεύθηκε σε Ιράκ, Αφγανιστάν, Λιβύη, Συρία, Βενεζουέλα, σήμερα στο Ιράν, ίσως αύριο στην Κούβα και πάει λέγοντας. Σε πείσμα των γεγονότων, το επιχείρημα ξαναγεννιέται μέσα στις στάχτες που έχει προκαλέσει. Οι υποστηρικτές του δεν μαθαίνουν τίποτα. Απεναντίας, επιδίδονται σε μια απομάθηση που διαψεύδει συστηματικά την εμπειρία. Πού οφείλεται λοιπόν η αντοχή του;

Η εύκολη απάντηση είναι ότι ο λόγος περί προόδου είναι προσχηματικός και επιβάλλεται διά της ισχύος. Αυτό όμως δεν εξηγεί γιατί επιλέγεται το συγκεκριμένο πρόσχημα και όχι κάποιο άλλο. Σκέφτομαι δύο σημεία που θεωρώ χρήσιμα για μια ριζική αντίθεση στον πόλεμο και τις συνθήκες δυνατότητάς του.

Στο έργο του «Η ελευθερία των ορίων: από την αρχαία Ελλάδα στην εποχή της κλιματικής αλλαγής» (μτφρ. Α. Φιλιππάτος, ΠΕΚ), ο Γιώργος Καλλής μιλάει για τη μαλθουσιανή οπτική, που είτε στην κλασική εκδοχή, είτε στην οικο-μοντερνιστική παραλλαγή της, θεμελιώνεται στον φόβο της «επιστροφής σε ένα “πριν” από τον καπιταλισμό της αφθονίας», σε έναν τόπο όπου η περιορισμένη οικονομική ανάπτυξη θα φυλακίσει την ακόρεστη ανθρώπινη επιθυμία.

Επεκτείνοντας τον συλλογισμό του Καλλή, καθώς ο καπιταλισμός της αφθονίας έρχεται αντιμέτωπος με καταστρεπτικές συνέπειες, συμβαίνει το εξής: αντί να ξανασκεφτούμε τη σχέση μας με τα όρια, αντί να τα θεσμίσουμε μόνοι μας, ταΐζουμε έναν μηχανισμό ενοχών που γίνεται διαστροφικός. Για έναν τέτοιο μηχανισμό, δεν είμαστε όσο δυναμικοί χρειάζεται για να υπερβούμε τα όρια που θέτει η φύση. Η έκπτωση από τον παράδεισο της αέναης ανάπτυξης βρίσκεται ταυτόχρονα πίσω μας (στις προνεωτερικές κοινωνίες) και μπροστά μας (στις δυστοπίες μιας Γαίας-τιμωρού) κι εμείς εγκλωβισμένοι σε μια λούπα ενοχών που μας εξαντλεί. Ενοχών που δεν μπορούν να βιωθούν εσωτερικά, που δεν εξελίσσονται στην κατά Winnicott «ικανότητα για έγνοια».

Η ιδέα της προόδου προς ένα μέλλον όπου η φύση έχει υποταχθεί οριστικά ίσως κάποτε να ανακούφιζε τις ενοχές που δημιουργούσε η επαφή με παντός είδους όρια. Η αποικιοκρατία, οι πόλεμοι, η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, ακόμα και το Ολοκαύτωμα μπορούσαν να νοηθούν ως επεισόδια προς την καθολική, σταδιακή, αλλά πάντως ανεπίστρεπτη ωρίμανση της ανθρωπότητας.

Η απώλεια της αφήγησης της προόδου και οι συνέπειές της έχουν σχολιαστεί εκτενώς. Οπως βλέπουμε όμως, οι υποσχέσεις για πρόοδο δεν έχουν εκλείψει. Εχει σημασία επομένως να δούμε πώς αλλάζει το σχήμα της προόδου για να χωρέσει καλύτερα τόσο το αίσθημα παντοδυναμίας όσο και την κατοπτρική του εικόνα, την καταθλιπτική σκέψη για τα όρια ως τιμωρία. Αυτό είναι το δεύτερο σημείο που χρήζει προσοχής.

Η Rahel Jaeggi, στο βιβλίο «Progress and Regression» (μτφρ. R. Savage, Harvard University Press), βλέπει την πρόοδο να πραγματώνεται ως απομάκρυνση από ένα πρόβλημα και όχι ως μετάβαση προς έναν προκαθορισμένο στόχο. Οταν σε ένα πρόβλημα, ή σε μία κρίση, οι αλλαγές επέρχονται μέσα από μια διαδικασία βιωματικής μάθησης από όπου αναδύονται νέες δυνατότητες επίλυσης, τότε μπορούμε να μιλάμε για πρόοδο. Εάν οι αλλαγές βραχυκυκλώνουν τη διαδικασία της μάθησης και της εμπειρίας, τότε μιλάμε για παλινδρόμηση.

Η πραγματιστική ματιά της φιλοσόφου δεν προσφέρεται για εύκολες οικειοποιήσεις. Βοηθάει ωστόσο να καταλάβουμε γιατί πόλεμοι τύπου Ιράν ούτε είναι προοδευτικοί, ούτε μπορούν να οδηγήσουν σε καλό αποτέλεσμα. Καθώς οι επιτιθέμενοι εφορμούν για να επεκταθούν (βλ. υπέρβαση ορίων για να συνεχίσουν να αναπτύσσονται με πιο ανταγωνιστικούς όρους), όχι μόνο δεν λύνουν το πρόβλημα της καταπίεσης και της ανέχειας των Ιρανών, αλλά το επιτείνουν, μπλοκάροντας συνειδητά μια μεταβολική σχέση με τον κόσμο και την εμπειρία.

Κάπως έτσι, οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή μοιάζουν με τη μέρα της μαρμότας, χωρίς όμως καλό τέλος. Οχι επειδή είναι παράφρων ο ένας ή ο άλλος ηγέτης. Ούτε καν επειδή ο πόλεμος δεν είναι ενδεδειγμένη λύση. Αυτό που υποστηρίζω είναι ότι το πρόβλημα (η βία, η καταπίεση, η ετερονομία) τίθεται με όρους που καθιστούν την παλινδρόμηση τη μόνη διαθέσιμη επιλογή.

Το δύσκολο καθήκον μιας χειραφετησιακής πολιτικής είναι να αλλάξει τους όρους. Μόνο στον καπιταλισμό δημιουργείται σπάνη, άρα και δυσφορία απέναντι στα όρια. Τούτο είναι περίπου κοινός τόπος για τη ριζοσπαστική οικολογία. Χρειάζεται όμως να συμπληρώσουμε ότι μόνο στον ύστερο καπιταλισμό η διάψευση των ορίων σταδιοδρομεί ως στρατηγική ανακούφισης από ενοχικά σύνδρομα. Υπό αυτήν την οπτική, το όχι στον πόλεμο δεν είναι απλώς φιλειρηνικό σύνθημα. Είναι η άρνηση να ζούμε μόνο ενοχικά, όταν μπορούμε να μπορούμε να νοιαζόμαστε.

* Ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών