Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ανάγκη συνολικής αξιολόγησης της λειτουργίας της αγοράς μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας, των παραγόντων που διαμορφώνουν τις αυξήσεις των ασφαλίστρων και της αποτελεσματικότητας του εποπτικού πλαισίου ως προς την προστασία των ασφαλισμένων τίθενται σε επιστολή που απέστειλε η Βουλευτής Βορείου Τομέα Αθηνών, Μιλένα Αποστολάκη, προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα.

Η Τομεάρχης Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ θέτει σειρά συγκεκριμένων ερωτημάτων σχετικά με την άσκηση του εποπτικού ρόλου της Τράπεζας της Ελλάδος ο οποίος, όπως σημειώνει, περιλαμβάνει πέραν της διασφάλισης της εύρυθμης λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς και την προστασία των ασφαλισμένων από αθέμιτες πρακτικές.

Στην επιστολή επισημαίνεται ότι ο νέος δείκτης αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων υγείας δεν αντιμετωπίζει μία από τις βασικές αιτίες των υπέρμετρων αυξήσεων, καθώς δεν περιορίζει τις ηλικιακές αναπροσαρμογές που προβλέπονται στα ισόβια ασφαλιστήρια, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η αύξηση των συνολικών επιβαρύνσεων των ασφαλισμένων.

Η Μιλένα Αποστολάκη επισημαίνει ότι η εφαρμογή ενός συστήματος «αποθεματικού γήρανσης», όπως ισχύει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα μπορούσε να συγκρατεί τις αυξήσεις των ασφαλίστρων σε βάθος χρόνου, εξασφαλίζοντας μεγαλύτερη σταθερότητα στο κόστος ασφάλισης καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής των ασφαλισμένων. Παραπέμπει επίσης σε πρόσφατη ανακοίνωση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος από την οποία προκύπτουν εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσον οι ασφαλιστικές εταιρείες τηρούσαν και τηρούν τα αναγκαία αποθέματα για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας .

Στην επιστολή της η Μιλένα Αποστολάκη θέτει προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος τα ακόλουθα ερωτήματα:

  • Έχει εντοπίσει η Τράπεζα της Ελλάδος τα προβλήματα της αγοράς ασφαλίσεων υγείας, και τι ενέργειες εισηγήθηκε στις ελληνικές ασφαλιστικές εταιρείες;
  • Προέβη η Τράπεζα της Ελλάδος σε ελέγχους, ως εποπτεύουσα αρχή, για τη διαφύλαξη της διαφάνειας και της ορθής τιμολόγησης των μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας; Αν ναι, γιατί δεν αποτράπηκαν οι υπέρογκες αυξήσεις που εξανάγκασαν εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένους να ακυρώσουν τα ασφαλιστήριά τους;
  • Έχουν εξετάσει οι αρμόδιες υπηρεσίες της ΤτΕ την εφαρμογή του αποθεματικού γήρανσης στην ελληνική ασφαλιστική αγορά;
  • Τηρούσαν και τηρούν οι ασφαλιστικές εταιρίες τα απαιτούμενα αποθέματα για τα ισόβια ασφαλιστήρια υγείας εγγυημένης ανανεωσιμότητας;
  • Πώς αξιολόγησε και πώς αντιμετώπισε η ΤτΕ το μεγάλο κύμα ακυρώσεων συμβολαίων, και πώς διασφαλίζεται ότι τα αποθέματα καλύπτουν πράγματι τους ασφαλισμένους αντί να μετατρέπονται σε πρόσθετο κέρδος μέσω του εξαναγκασμού τους σε ακύρωση. Ποια είναι τα αποτελέσματα της σχετικής εποπτείας της ΤτΕ;
  • Υπάρχουν ασφαλιστικές εταιρίες που υπερβαίνουν τα όρια αυξήσεων του νέου δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ; Ποιες, και πώς δικαιολογούν τις αποκλίσεις στην τιμολόγηση και τις μελλοντικές εκτιμήσεις των αποθεματικών τους;
  • Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών εκτιμά ότι αύξηση περιορισμένη στο 7% ετησίως (όπως το 2025) θα δημιουργούσε κεφαλαιακές ανάγκες άνω των €5 δισ. για συμμόρφωση με το Solvency II. Κατόπιν αυτού, με ποιον τρόπο θα διασφαλίσει η ΤτΕ τα δικαιώματα των καταναλωτών απέναντι σε μεγάλες, αδιαφανείς αυξήσεις πέραν του δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ;

Αναλυτικά η επιστολή της Μιλένας Αποστολάκη:

Προς τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος

κ. Γ. Στουρνάρα

Αθήνα, 14/7/2026

Κύριε Διοικητά,

Οι ασφαλιστικές εταιρείες προώθησαν, όπως γνωρίζετε, στη χώρα μας τα ισόβια ασφαλιστήρια υγείας, τα τελευταία 30-35 χρόνια.

Επέλεξαν όμως να μην χρησιμοποιήσουν σταθερά ισόβια ασφάλιστρα, όπως γίνεται σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες. Ξεκίνησαν με χαμηλά ασφάλιστρα τις πρώτες δεκαετίες γεγονός που οδήγησε σε αύξηση των πωλήσεων ασφαλιστηρίων υγείας, αλλά την τελευταία δεκαετία αυξάνουν δραστικά τα ετήσια ασφάλιστρα. Ο αριθμός των ασφαλισμένων μειώθηκε από 711.000 το 2011, σε 321.000 το 2020, και σε 241.000 το 2024 , σύμφωνα με μελέτες του ΙΟΒΕ (Νοέμβριος 2021 και Ιούνιος 2024). Και είναι προφανές ότι η αιτία αυτής της μείωσης δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην μνημονιακή κρίση αλλά ενισχύθηκε ιδιαιτέρως από τις υπέρογκες αυξήσεις.

Σύμφωνα με την ΕΚΠΟΙΖΩ και τους Συλλόγους Ασφαλιστικών Διαμεσολαβούντων περίπου 300.000 ασφαλισμένοι αναγκάστηκαν να ακυρώσουν τα ασφαλιστήρια υγείας διότι δεν μπορούσαν να πληρώνουν τα συνεχώς αυξανόμενα ασφάλιστρα. Είναι εύλογο ότι οι αρμόδιες Υπηρεσίες της Τράπεζας της Ελλάδος διαθέτουν τα πλήρη στοιχεία για τις ακυρώσεις ασφαλιστηρίων, τα οποία και ζητάμε να μας γνωστοποιηθούν.

Την ίδια στιγμή οι αυξανόμενες χρεώσεις των ιδιωτικών νοσοκομείων και διαγνωστικών κέντρων, οι υπηρεσίες των οποίων δεν τιμολογούνται μέσω των μεθόδων που χρησιμοποιούν διεθνώς οι ασφαλιστικές εταιρείες Υγείας: DRGs, Capitation, Vertical Integration, οδηγούν σε έναν πληθωρισμό χρεώσεων ο οποίος μετακυλίεται στον αδύναμο κρίκο, στους ασφαλισμένους πελάτες των ασφαλιστικών εταιριών.

Είναι προφανές ότι εάν συνεχιστεί το σημερινό καθεστώς και οι εναπομείναντες κάτοχοι ισόβιων ασφαλιστηρίων υγείας (περίπου 240.000) θα εξαναγκασθούν να ακυρώσουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαιά τους.

Στη Γερμανία, η Ιδιωτική Ασφάλιση Υγείας (PKV) χρησιμοποιεί τα Αποθέματα γήρανσης (Alterungsrückstellungen). Για να αποτραπούν οι μεγάλες αυξήσεις στην ηλικία των 60 και 70 ετών, οι ασφαλιστές αποθεματοποιούν ένα μέρος των αρχικών, χαμηλότερων ασφαλίστρων και τα επενδύουν σε «αποθεματικά γήρανσης». Αυτό καταστέλλει τεχνητά τη συνολική αύξηση των ασφαλίστρων, με αποτέλεσμα πιο σταθερό κόστος κατά τη διάρκεια της ζωής.

Στις περιπτώσεις που οι ιδιώτες ασφαλιστές αναλαμβάνουν την υποκατάσταση (και όχι την συμπλήρωση) της δημόσιας ασφάλισης υγείας το οποίο επιτρέπεται για τα υψηλά εισοδήματα, χρησιμοποιούν τα «ασφάλιστρα εγγυημένου επιπέδου» από την αρχή. Σε αυτή την περίπτωση, οι γερμανικές ασφαλιστικές εταιρείες προσφέρουν σταθερά ασφάλιστρα. Αυτά τα προγράμματα χρεώνουν υψηλότερο αρχικό ασφάλιστρο από τα τυπικά τιμολόγια PKV, αλλά κλειδώνουν το ασφάλιστρο για όλη την περίοδο ασφάλισης. Πηγή: https://stayinsured.de/health-insurance-blog/best-private-health-insurance-germany-comparison).

Στην Αυστρία, επίσης, ισχύουν τα σταθερά ισόβια ασφάλιστρα. Οι ασφαλιστές υποχρεούνται νομικά να δημιουργήσουν αποθεματικά αποταμίευσης από τις πρώτες δεκαετίες ασφάλισης, για να αντισταθμίσουν το υψηλότερο ιατρικό κόστος των γηρατειών. Με αποτέλεσμα, το ασφάλιστρο υγείας να είναι σταθερό διαχρονικά, και να αυξάνεται μόνο για να συμβαδίσει με τον γενικό ιατρικό πληθωρισμό σε ολόκληρη τη χώρα, και όχι λόγω αύξησης ηλικίας ή κατάστασης υγείας.

Πηγή: https://www.private-health-germany.de/aging-reserves-private-health-insurance/).

Τόσο με το ΝΔ 400/1970 (άρθρο 30 παρ. 3) όσο και το ν. 4364/2016 (άρθρα 51 επ., 167) που το αντικατάστησε, οι ασφαλιστικές εταιρίες υποχρεούνται, όταν πρόκειται για ασφαλίσεις ζωής, να συστήνουν για την κάλυψη των αυξημένων μελλοντικών κινδύνων επαρκή τεχνικά αποθέματα. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 Β ν. 400/1970, στο οποίο ρυθμίζονταν τα σχετικά με τα αποθέματα ζωής – πέραν των αποθεμάτων των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων και εκκρεμών ζημιών – απαιτείται μαθηματικό απόθεμα και για τις ασφαλίσεις του κλάδου IV της παρ. 2 του άρθρου 13 του ΝΔ 400/1070,δηλαδή για τις ασφαλίσεις υγείας των οποίων η διαχείριση γίνεται όπως οι ασφαλίσεις ζωής. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται αφενός η φερεγγυότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, συγχρόνως όμως και ότι οι ασφαλισμένοι σε προγράμματα υγείας θα έχουν βιώσιμες ως προς την εξυπηρέτησή τους καλύψεις και δεν θα αιφνιδιαστούν στη μη παραγωγική τους ηλικία από υπέρογκες αυξήσεις.

Η αρχική επιλογή της κυβέρνησης να θεσπίσει ως μηχανισμό αναπροσαρμογής τον δείκτη του ΙΟΒΕ οδήγησε σε ιδιαίτερα υψηλές αυξήσεις στα ισόβια ασφαλιστήρια υγείας, με σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένους. Στη συνέχεια και ύστερα από τις συνεχείς παρεμβάσεις του ΠΑΣΟΚ, η κυβέρνηση εξαναγκάστηκε να καταργήσει τον δείκτη του ΙΟΒΕ ,που η ίδια είχε ψηφίσει, και με το άρθρο 29 του ν. 5170/2025 ανατέθηκε στην ΕΛΣΤΑΤ η διαμόρφωση νέου δείκτη αναπροσαρμογής, η εφαρμογή του οποίου παραπέμφθηκε σε Κοινή Υπουργική Απόφαση. Η σχετική ΚΥΑ δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β’ 5170/30.9.2025, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση και χωρίς να προβλέπει με σαφήνεια έναν πλήρως διαφανή και ελέγξιμο τρόπο υπολογισμού.

Ωστόσο, κατά το μεταβατικό διάστημα δεν θεσπίστηκε αποτελεσματικό πλαίσιο προστασίας των ασφαλισμένων, με αποτέλεσμα να παραμείνουν εκτεθειμένοι στις συνεχείς αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με πρόσφατες ειδοποιήσεις ασφαλιστικής εταιρείας, επιβλήθηκαν αυξήσεις της τάξης του 13% και του 9,5% σε ισόβια νοσοκομειακά ασφαλιστήρια, με επίκληση μάλιστα της ΚΥΑ για τον νέο δείκτη αναπροσαρμογής.

Μετά από 18 μήνες αρρύθμιστου. πεδίου στην αγορά ο νέος δείκτης δημοσιεύθηκε τελικώς στις 26 Ιουνίου 2026. Παρά ταύτα, ο δείκτης αυτός, όπως έχει σχεδιαστεί δεν αντιμετωπίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που οδηγούν στις υπέρμετρες αυξήσεις των ασφαλίστρων, δηλαδή τις ηλικιακές αναπροσαρμογές που προβλέπονται στα ισόβια ασφαλιστήρια. Ως εκ τούτου, οι συνολικές επιβαρύνσεις των ασφαλισμένων εξακολουθούν να αυξάνονται.

Το ζήτημα κατά συνέπεια, δεν εξαντλείται στη μεθοδολογία κατάρτισης του νέου δείκτη, αλλά απαιτεί συνολική αξιολόγηση της λειτουργίας της αγοράς μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας, των παραγόντων που διαμορφώνουν τις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων, καθώς και της αποτελεσματικότητας του υφιστάμενου εποπτικού πλαισίου ως προς την προστασία των ασφαλισμένων.

Σε πρόσφατο ενημερωτικό κείμενο (15.6.2026) για τις Ασφαλίσεις Υγείας, η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος επισημαίνει τα εξής ενδιαφέροντα σημεία:

«Οι ασφαλιστικές εταιρίες λειτουργούν με βάση το αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II, το οποίο τις υποχρεώνει να διαθέτουν πάντα επαρκή κεφάλαια για να καλύπτουν τις υποχρεώσεις τους προς τους ασφαλισμένους. Όταν το κόστος των αποζημιώσεων αυξάνεται, οι εταιρίες χρειάζεται να προσαρμόζουν τα ασφάλιστρα. Διαφορετικά, υποχρεώνονται να βάλουν επιπλέον δικά τους κεφάλαια, ώστε να συνεχίσουν να πληρούν τις απαιτήσεις του Solvency II.

Αν οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας περιορίζονταν σταθερά στο 7% ετησίως, όπως συνέβη το 2025, θα δημιουργούνταν σημαντικές κεφαλαιακές ανάγκες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το Solvency II, οι οποίες εκτιμάται ότι θα υπερέβαιναν τα €5 δισ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε περισσότερο από το διπλάσιο των συνολικών ιδίων κεφαλαίων που διατηρεί σήμερα η ελληνική ασφαλιστική αγορά για όλους τους κλάδους (€4,1 δισ.)».

Η παραπάνω Ανακοίνωση της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών δημιουργεί ερωτηματικά κατά πόσον οι ασφαλιστικές εταιρίες εκπλήρωναν ή εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους για την τήρηση επαρκών αποθεμάτων για τις ασφαλίσεις υγείας εγγυημένης ανανεωσιμότητας.

Είναι αξιοσημείωτο ότι σύμφωνα και με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε την 26.6.2026 η ΕΛΣΤΑΤ στην Ανακοίνωση του Ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής των Ασφαλίσεων Υγείας, «η μεταβολή του καθαρού κόστους κάλυψης που οφείλεται αποκλειστικά σε παράγοντες πλην της γήρανσης, όπως η αύξηση των τιμών των υπηρεσιών υγείας ή η συχνότητα των νοσηλειών» ανέρχεται μόλις σε 1,06 για το 2023 και 1,25 για το 2024. Εξάλλου, τόσο από τα στοιχεία της ίδιας Ανακοίνωσης, όσο και από προγενέστερες Ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ, όπως αυτή του Συστήματος Λογαριασμού Υγείας από το έτος 2024 που καταγράφονται οι αυξητικές μεταβολές στο ύψος των καταβαλλόμενων από τις ασφαλιστικές εταιρίες αποζημιώσεων διαπιστώνεται ότι αυτές κινούνται, λαμβάνοντας υπόψη και τον αυξανόμενο αριθμό ασφαλισμένων, σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα απ´αυτά στα οποία κινείται η αύξηση των ασφαλίστρων.

Kατόπιν όλων των ανωτέρω και καθώς η ΤτΕ είναι η αρμόδια εποπτεύουσα αρχή , στον εποπτικό ρόλο της οποίας συμπεριλαμβάνεται πέραν της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και η προστασία των ασφαλισμένων από αθέμιτες πρακτικές, σας ζητώ ενημέρωση για τα παρακάτω θέματα:

Έχει εντοπίσει η Τράπεζα της Ελλάδος τα προαναφερόμενα προβλήματα, και τι ενέργειες εισηγήθηκε στις ελληνικές ασφαλιστικές εταιρίες, πολλές εκ των οποίων λειτουργούν και στις χώρες στις οποίες εφαρμόζονται τα αποθέματα γήρανσης

Προέβη η Τράπεζα της Ελλάδας σε ελέγχους ως εποπτεύουσα αρχή, ώστε να διαφυλάξει την διαφάνεια και την ορθή τιμολόγηση των μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας και αν ναι γιατί δεν απετράπησαν τα φαινόμενα των υπέρογκων αυξήσεων που εξανάγκασαν χιλιάδες ασφαλισμένους να ακυρώσουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαιά τους

Έχουν εξετάσει οι αρμόδιες εποπτικές υπηρεσίες της ΤτΕ την εφαρμογή του αποθεματικού γήρανσης για την ασφαλιστική αγορά της χώρας μας;

Επειδή σύμφωνα με το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο Solvency II, η ορθή και έγκαιρη διαχείριση του κινδύνου πρόωρης ακυρωσιμότητας (lapse risk) είναι προϋπόθεση φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιριών, πώς αξιολογήθηκε και πώς αντιμετωπίστηκε από ΤτΕ το γεγονός του μεγάλου αριθμού ακυρώσεων συμβολαίων υγείας.

Εκπλήρωναν στο παρελθόν και εκπληρώνουν οι ασφαλιστικές εταιρίες τις απαιτήσεις της νομοθεσίας για τη τήρηση επαρκών αποθεμάτων για τις ασφαλίσεις υγείας εγγυημένης ανανεωσιμότητας και εν γένει των κεφαλαιακών απαιτήσεων που ορίζονται από το πλαίσιο Solvency II; Πως διασφαλίζεται ότι τα τεχνικά αποθεματικά που θα έπρεπε να έχουν σχηματιστεί για τους ασφαλισμένους των ισόβιων προγραμμάτων υγείας αξιοποιούνται πράγματι για το σκοπό τους, την κάλυψη δηλαδή των αυξημένων κινδύνων, και δεν μετατρέπονται με τις υπέρογκες αυξήσεις των ασφαλίστρων και τον εξαναγκασμό των ασφαλισμένων στην εγκατάλειψη των ισόβιων αυτών προγραμμάτων σε αθέμιτα σε βάρος των ασφαλισμένων κέρδη για τις ασφαλιστικές εταιρίες; Ποια είναι τα αποτελέσματα της ασκούμενης από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτείας;

Υπάρχουν συγκεκριμένες ασφαλιστικές εταιρίες στον κλάδο υγείας, που ξεπερνούν τα όρια των αυξήσεων σύμφωνα πλέον με τον δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ; Ποιες είναι οι συγκεκριμένες εταιρίες; Πως δικαιολογούνται αυτές οι μεγάλες αποκλίσεις στην τιμολόγηση των μακροχρόνιων ασφαλίσεων υγείας, και ποιες είναι οι μελλοντικές εκτιμήσεις των τεχνικών τους αποθεματικών για τα συγκεκριμένα ασφαλιστικά προϊόντα;

Καθώς όπως προανέφερα σε πρόσφατο ενημερωτικό κείμενο (15.6.2026) για τις Ασφαλίσεις Υγείας, η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος αναφέρει ότι αν οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας περιορίζονταν σταθερά στο 7% ετησίως, όπως συνέβη το 2025, θα δημιουργούνταν σημαντικές κεφαλαιακές ανάγκες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το Solvency II, οι οποίες εκτιμάται ότι θα υπερέβαιναν τα €5 δισ. με ποιο τρόπο θα διαφυλαχθούν από την ΤτΕ τα δικαιώματα των καταναλωτών από μεγάλες αδιαφανείς αυξήσεις στις χρεώσεις πέραν του δείκτη της ΕΛΣΤΑΤ;

Με εκτίμηση

Μιλένα Αποστολάκη

Τομεάρχης Οικονομίας του ΠΑΣΟΚ

Βουλευτής Βορείου Τομέα Αθηνών