Λίγο καιρό πριν, ο πρόεδρος Τραμπ ανέβαζε στο Truth Social αναρτήσεις με τίτλο «Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ», όσον αφορά τον λαό του Ιράν. Αργότερα, ακούσαμε τον πρόεδρο των ΗΠΑ να καλεί τον ιρανικό λαό να ρίξει την κυβέρνηση, κάτι πραγματικά δύσκολο. Ομως, μια πολεμική επιχείρηση καταστροφής θα μπορούσε να ισοδυναμεί με πολιτική επιτυχία; Μια καταστροφή δηλαδή συνιστά και στρατηγική; Οι βομβαρδισμοί τείνουν όντως να υποβαθμίσουν τη στρατιωτική ικανότητα και να καταστρέψουν τις υποδομές, αλλά συνήθως δεν κάνουν τις κυβερνήσεις πιο συνεργάσιμες με τον εισβολέα. Ενα πολιτικό αποτέλεσμα απαιτεί πολιτικές διαδικασίες, όπως διαπραγμάτευση, οικοδόμηση θεσμών, νόμιμη μετάβαση εξουσίας. Οι βόμβες δεν μπορούν να συμβάλουν σε κανένα από αυτά˙ αντίθετα, αυτό που προκαλούν με επιτυχία είναι καταστροφή, και η καταστροφή με τη σειρά της δημιουργεί τη δική της δυναμική: συσπείρωση του πληθυσμού, κενά εξουσίας, ριζοσπαστικοποίηση και κύκλους αντιποίνων.
Η μεγαλύτερη τέχνη στον πόλεμο είναι να υποτάξεις τον εχθρό χωρίς μάχη | Σουν Τζου
Στο παρελθόν επιβεβαιώθηκε αυτό. Το 2003, η κυβέρνηση Τζορτζ Μπους ξεκίνησε την επιχείρηση «Σοκ και Δέος» στο Ιράκ με στόχο την αλλαγή καθεστώτος: ο στρατιωτικός στόχος επιτεύχθηκε σε εβδομάδες, μα ο πολιτικός στόχος δεν επιτεύχθηκε ποτέ. Η απόφαση των ΗΠΑ να διαλύσουν τον ιρακινό στρατό δημιούργησε ένα κενό που γέμισε όχι από δημοκρατικούς μεταρρυθμιστές αλλά από σεκταριστικές πολιτοφυλακές και τελικά ο ISIS: το καθεστώς που προέκυψε δεν ήταν φιλικό προς τα αμερικανικά συμφέροντα.
Το 2011, η κυβέρνηση Ομπάμα ηγήθηκε μιας αεροπορικής εκστρατείας του ΝΑΤΟ στη Λιβύη, με αποτέλεσμα να ανατραπεί ο δικτάτορας Καντάφι: μόνο που δεν υπήρχε σχέδιο για πολιτική μετάβαση, έτσι, το χάος και η πολιτική αστάθεια παραμένουν από τότε. Αρα, φαίνεται ότι η απομάκρυνση ενός ηγέτη δεν αποτελεί το μοναδικό εμπόδιο όσον αφορά την πολιτική αλλαγή. Στην περίπτωση του Ιράν, το πολιτικό σύστημα είναι θεσμικό, γι’ αυτό και το Συμβούλιο των Φυλάκων, η Συνέλευση των Εμπειρογνωμόνων και οι Φρουροί της Επανάστασης έχουν επιβιώσει εδώ και σαράντα χρόνια. Αλλά εδώ υφίσταται μια βαθιά ειρωνεία.
Πριν από λίγες βδομάδες, μεγάλες διαμαρτυρίες σάρωσαν το Ιράν, δηλαδή μια γνήσια εγχώρια αντιπολίτευση μεγάλωνε. Οι πρόσφατες επιθέσεις ίσως εξαλείψουν τις προοπτικές αυτού του κινήματος, λόγω συσπείρωσης γύρω από τη σημαία: πρόκειται για την τάση των πληθυσμών να ενώνονται πίσω από την κυβέρνησή τους όταν δέχονται επίθεση από μια ξένη δύναμη, με αποτέλεσμα οι εξωτερικές επιθέσεις να συγχωνεύουν το καθεστώς και το έθνος, ακόμη κι όταν οι πολίτες περιφρονούν τους ηγέτες του.
Το 1953, η CIA ανέτρεψε τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρωθυπουργό του Ιράν στο όνομα της ελευθερίας: αυτό έφερε τον σάχη, η βάναυση βασιλεία του οποίου οδήγησε στην Ιρανική Επανάσταση το 1979, και η οποία παρήγαγε την Ισλαμική Δημοκρατία που τώρα βομβαρδίζεται. Κατόπιν, τι ακολουθεί; Και ποια εγγύηση υπάρχει πως ό,τι προκύψει θα είναι πιο φιλικό προς το Ισραήλ ή τις Ηνωμένες Πολιτείες; Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο κανείς δεν έχει απαντήσει. Αν ο στόχος είναι η αλλαγή καθεστώτος, ποιος θα κυβερνά 92 εκατομμύρια ανθρώπους μετά;
Λένε ότι το μισό μιας νίκης είναι η επιλογή του πεδίου μάχης, το άλλο μισό είναι η επιλογή της κατάλληλης στιγμής. Αφενός, λοιπόν, οι αρχές της στρατηγικής είναι να ξέρει κάποιος το πεδίο μάχης, να ξέρει τις δυνάμεις του αντιπάλου του και να κάνει κάτι που ο αντίπαλός του δεν περιμένει. Αφετέρου, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, αλλά πρέπει να γνωρίζει τι είναι αυτό που αγιάζει τον σκοπό. Οπότε, στον πόλεμο τίποτα δεν κατορθώνεται παρά μόνο με υπολογισμό, αφού ό,τι δεν έχει μελετηθεί σε βάθος και με λεπτομέρεια, δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα: δηλαδή, στον πόλεμο χρειάζονται ιδέες απλές και συγκεκριμένες. Ωστόσο, το πιο σημαντικό αφορά το τι θέλει κάποιος να πετύχει. Για να πετύχει, η απάντηση είναι στόχος.
Και πώς θα ενεργήσει για να πετύχει τα επιθυμητά αποτελέσματα; Η απάντηση είναι στρατηγική. Ως εκ τούτου, οφείλει να αναπτύσσει μια στρατηγική που να χρησιμοποιεί όλες τις συνθήκες και τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή. Επομένως, δεν θα πρέπει να διαπραγματεύεται από φόβο, μα να μη φοβάται να διαπραγματευθεί. Πιθανόν η διπλωματία –και ανάλογα με τις ανάγκες– να καθυστερεί, να αποτρέπει ή να προκαλεί έναν πόλεμο. Το μέλλον θα δείξει.
* Βιολόγος
