Η γλώσσα, ο λόγος, οι λέξεις – έχουν την ιδιαίτερη ικανότητα να προκαλούν συναισθήματα και να απολήγουν σε λογικούς συνειρμούς, ασχέτως της πρόθεσης του πομπού τους. Πολλές φορές, η επιλογή γίνεται λίγο-πολύ ασυνείδητα, από συνήθεια. Και οι λέξεις που χρησιμοποιούνται παραμένουν στη σκέψη των δεκτών και καλλιεργούν μια μορφή υποσυνείδητης ανταπόκρισης που μελλοντικά πιθανόν να οδηγήσει σε συνέπειες σημαντικές.
Η λέξη της μόδας, τις τελευταίες εβδομάδες, τουλάχιστον σε ό,τι έχει να κάνει με τα ελληνοτουρκικά, είναι η λέξη «τετελεσμένα». Και ενώ η έμφαση υπουργών και αξιωματούχων μπορεί να δίνεται, μετ’ επιτάσεως, στα «δεν ανεχόμαστε», «δεν θα δεχθούμε» ή «δεν δεχόμαστε», η σκέψη όλων μας εγκύπτει σε και ανταποκρίνεται στο «τετελεσμένα» – αυτό που ήδη έχει τελεστεί, αυτό που έχει ήδη γίνει, σαν μια μορφή απόφασης που έχει ήδη ληφθεί και απλώς περιμένουμε την ανακοίνωσή της, σαν μια μορφή κατάστασης που όλος ο κόσμος έχει ήδη αποδεχθεί.
Αυτή, άλλωστε, είναι η ισχύς της γλώσσας. Εμπεδώνει μια μορφή ηγεμονίας, ένα πλέγμα, στην περίπτωσή μας, αδημονίας, φόβου και απεγνωσμένης αδυναμίας, την οποία πρέπει να προσπαθήσει κανείς πολύ για να ανατρέψει – εφόσον λειτουργεί αποκλειστικά ως παθητικός δέκτης.
Στην Τουρκία, η γλώσσα λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η επιμονή, όμως, στη διαβρωτική δύναμη των όρων προδίδει έναν προσεκτικότερο –και σίγουρα και πιο συνεκτικό– σχεδιασμό. Από την ίδια την –πριν από μερικά χρόνια– αλλαγή του ονόματος της χώρας από το ταυτόσημο με το συμπαθές πτηνό Turkey στο δύσκολο, για τους περισσότερους Δυτικούς, να προφερθεί Türkiye ώς την επιβολή του ονόματος «Θάλασσα των Νησιών» ως γεωγραφικού προσδιορισμού του Αιγαίου στα τουρκικά σχολεία, η Τουρκία συστηματικά αλλάζει λέξεις για να αναγκάζει τους άλλους να τη δουν όπως η ίδια θέλει να τη βλέπουν: ο εξαναγκασμός σε μια δύσκολη προφορά που μπορεί να λειτουργήσει και ως ένα ευχάριστο παιχνίδι για τους ξένους, η ανατροφή και εκπαίδευση χιλιάδων παιδιών που θα αγνοούν τη λέξη «Αιγαίο» και θα διασπείρουν τον όρο «Θάλασσα των –ανώνυμων– Νησιών» σε όλο τον κόσμο, η αντικατάσταση των Δαρδανελλίων από τον όρο «Τουρκικά Στενά», όλα αυτά είναι μορφές εκπαίδευσης, προπονήσεις στο θεωρείν τον κόσμο μέσα από τουρκικά γυαλιά.
Και αυτή η τουρκική θεώρηση των πραγμάτων αναπαριστά, πλέον, την Τουρκία ως χώρα-γέφυρα, όχι μόνο κατά την τοπική-γεωγραφική έννοια, αλλά και κατά τη συμβολική και τη χρονική. Εν όψει της συνόδου κορυφής των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα τον Ιούλιο, πληθαίνουν οι δηλώσεις Τούρκων ακαδημαϊκών και εκπροσώπων think tanks περί δυνατότητας, αλλά και επιθυμίας της Τουρκίας να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής και των συμμάχων της. Οι δηλώσεις αυτές είναι κάτι περισσότερο από τους συνήθεις αμετροεπείς κομπασμούς περί τουρκικής ισχύος – είναι προβολές τόσο της μοναδικής θέσης της Τουρκίας, όσο και της –από μέρους της– βούλησης κυριαρχίας. Και βεβαίως σε δηλώσεις, όπως σε αυτήν του Tolga Sakman, διευθυντή του κέντρου DIPAM, γίνεται ξεκάθαρο πού αποσκοπεί η Τουρκία: «Αν οι ΗΠΑ επιθυμούν να αποχωρήσουν από το ΝΑΤΟ, λόγω της απογοήτευσης από τη συμπεριφορά των συμμάχων τους, η Τουρκία μπορεί να αναλάβει μεγάλο μέρος του αμερικανικού ηγετικού ρόλου».
Αυτή η φιλοδοξία εκδηλώνεται και στη στάση του ίδιου του Ερντογάν – στις πρόσφατες δηλώσεις του περί ανάγκης αναβάθμισης των τουρκοευρωπαϊκών σχέσεων εξαιτίας των περιφερειακών συγκρούσεων, αλλά και στις προσπάθειές του να συνάψει ακόμη στενότερες σχέσεις με το Πακιστάν, τη χώρα-κλειδί στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ.
Και, τέλος, αυτή η φιλοδοξία αναδεικνύεται στο νέο νομοθετικό πλαίσιο για την ανάδειξη της Ερυθράς Ημισελήνου σε οργάνωση με διεθνή προσανατολισμό και στόχευση. Η Ερυθρά Ημισέληνος, μετεξέλιξη παλαιότερης οθωμανικής εταιρείας περίθαλψης στρατιωτών (που είχε ιδρυθεί το 1868), είχε περιπέσει σε σχετική αδράνεια για πολλά χρόνια, είχε ενεργοποιηθεί με τους σεισμούς του 1999 και τη συριακή κρίση και τώρα αναβαθμίζεται για να παράσχει ανθρωπιστικές υπηρεσίες (μεταξύ άλλων, ιατρικές και επισιτιστικές) σε εμπόλεμες ζώνες και σε περιοχές φυσικών καταστροφών. Η συγκυρία δεν είναι τυχαία: ούτε η γενικότερη (σε πολλές δημοσιεύσεις του τουρκικού Τύπου συνδέεται με τις συνθήκες εξαναγκαστικής πείνας στη Γάζα), ούτε η ειδικότερη της «στιγμής»: βρισκόμαστε, άλλωστε, σε εποχή Χατζ, προσκυνήματος στη Μέκκα, εποχή ιδιαίτερης συναισθηματικής αξίας για όλους τους μουσουλμάνους.
Ολη αυτή η εν εξελίξει έξαρση νομοθετικής και διπλωματικής δραστηριότητας, όλες αυτές οι προσπάθειες και οι ζυμώσεις έχουν έναν και μόνο σκοπό: την αποτύπωση της «τετελεσμένης» πραγματικότητας μιας χώρας ισχυρής, ειρηνοποιού, φιλόδοξης και, πάνω απ’ όλα, με ανθρωπιστικό πρόσημο και κατεύθυνση.
*Καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
