Λίγες ώρες πριν από το χτύπημα με drone στις βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε ένδειξη απειλής για την Κύπρο και ότι οι Αρχές παρακολουθούν την κατάσταση. Παρόμοια διαβεβαίωση έδωσε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, έπειτα από επικοινωνία του με τον Βρετανό πρωθυπουργό, Κιρ Στάρμερ.
Λίγες ώρες αργότερα, ο Βρετανός πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ έλαβαν άδεια χρήσης στρατιωτικών βάσεων για «συγκεκριμένους και περιορισμένους αμυντικούς σκοπούς» στη σύρραξη της Μέσης Ανατολής. Το ίδιο βράδυ οι βρετανικές βάσεις Ακρωτηρίου δέχθηκαν επίθεση με drone.
Πρώτη φορά μετά το 1974, η Κύπρος βρέθηκε με τόσο άμεσο τρόπο στο επίκεντρο μιας στρατιωτικής σύρραξης. Το γεγονός αυτό συνδέεται αφενός με την άμεση και συστηματική εμπλοκή των βρετανικών βάσεων στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ΗΠΑ-Ισραήλ και ΝΑΤΟϊκού τόξου στους πολέμους της περιοχής (γενοκτονία στη Γάζα, επιθέσεις στο Ιράν, επιχειρήσεις στην Υεμένη, επεμβάσεις στη Συρία) και αφετέρου με την αισθητή αλλαγή πλεύσης της διαχρονικής τοποθέτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής επί διακυβέρνησης Χριστοδουλίδη.
Ως προς την πρώτη πτυχή, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, παρά το αφήγημα πως η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει κυριαρχικά δικαιώματα στις βρετανικές βάσεις, αυτό δεν θα εμπόδιζε την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη –όπως δεν εμπόδισε και προηγούμενες κυβερνήσεις– να τοποθετηθεί πολιτικά και ηθικά απέναντι στην κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, στην αδιάκοπη δημιουργία ανθρωπιστικών κρίσεων στους λαούς της περιοχής και στη συνεχή υπονόμευση της περιφερειακής ειρήνης. Μια τέτοια στάση ενδεχομένως να μη λειτουργούσε αποτρεπτικά για τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ-Ισραήλ, ωστόσο θα διεμήνυε στη διεθνή κοινότητα ότι η Κύπρος συντάσσεται με την πλευρά της νομιμότητας και της διεθνούς έννομης τάξης.
Ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη και δεν θα μπορούσε άλλωστε, αφού εδώ και τρία χρόνια έχει επιλέξει την πολιτική ταύτιση με τις κυβερνήσεις Νετανιάχου και Τραμπ. Από την εντατικοποίηση των διμερών σχέσεων με το Ισραήλ (εν μέσω της απόφασης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου κατά Νετανιάχου για εγκλήματα πολέμου και ενώ εκκρεμεί η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης κατά Ισραήλ για γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού) μέχρι την άνευ όρων εξυπηρέτηση των Ηνωμένων Πολιτειών μέσω της χρήσης του αεροδρομίου «Ανδρέας Παπανδρέου» για αμερικανικά ελικοφόρα και της διευκόλυνσης αμερικανικών μεταγωγικών αεροσκαφών στο αεροδρόμιο Λάρνακας.
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η εμμονή Χριστοδουλίδη να δηλώνει την ετοιμότητα της Κύπρου για ένταξη στο ΝΑΤΟ, αναιρώντας ακόμα και τις δικές του προεκλογικές τοποθετήσεις ότι ένα τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται προς συζήτηση. Το αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής γραμμής ήταν η ταπεινωτική συνέντευξη του Κύπριου ΥΠΕΞ σε ακροδεξιά εφημερίδα της Ουάσινγκτον, με πρόσκληση προς τον Τραμπ να επισκεφθεί την Κύπρο ώστε «να τον υποδεχθούμε με ανοιχτές αγκάλες».
Η συνειδητή αυτή ταύτιση με τις πιο αυταρχικές κυβερνήσεις της Δύσης έχει σήμερα τοποθετήσει την Κύπρο και τον λαό της στο επίκεντρο των κινδύνων που αντιμετωπίζει κάθε κράτος το οποίο εξυπηρετεί στους πολεμικούς σχεδιασμούς ΗΠΑ και Ισραήλ. Οι απειλές του ηγέτη της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, το 2024 και οι πρόσφατες δηλώσεις αξιωματούχου των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν για πιθανές επιθέσεις στην Κύπρο καταδεικνύουν ακριβώς αυτόν τον κίνδυνο.
Παράλληλα, το περιστατικό της επίθεσης με drone ανέδειξε και την πλήρη απουσία ετοιμότητας της Πολιτείας. Η πρώτη επίσημη ενημέρωση προς τους πολίτες δόθηκε τρεις ώρες μετά την έκρηξη, ενώ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επικρατούσε γενικευμένος πανικός. Η δυσλειτουργία του συστήματος έκτακτης ενημέρωσης «112», παρά το γεγονός ότι συνιστά ευρωπαϊκή οδηγία και θα έπρεπε να λειτουργεί από το 2021, επιβεβαίωσε ότι οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, με αφορμή τις φονικές πυρκαγιές της ορεινής Λεμεσού, ήταν κενές περιεχομένου. Ακόμα και η προσωρινή λύση με γραπτά SMS κατέληξε σε φιάσκο, καθώς σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού η ενημέρωση έφτασε με καθυστέρηση ωρών ή δεν έφτασε ποτέ.
Το ίδιο αποκαλυπτική είναι και η κατάσταση των καταφυγίων πολιτικής άμυνας. Η πλατφόρμα SAFE CY περιλαμβάνει καταφύγια που –κυριολεκτικά– δεν υπάρχουν, άλλα που έχουν μετατραπεί σε αποθήκες, καταφύγια κλειδωμένα ή σε άθλιες συνθήκες και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκή για τον πληθυσμό. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι για τη συντήρηση 2.500 καταφυγίων προβλέπεται ετήσιος προϋπολογισμός μόλις 10.000 ευρώ.
Ολα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ένα και μόνο πράγμα: η Κύπρος όχι μόνο σύρθηκε στην εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών σχεδιασμών των ισχυρών της περιοχής, αλλά βρέθηκε ταυτόχρονα ανοχύρωτη απέναντι στις συνέπειές τους. Και την ευθύνη για τις επιλογές και τους χειρισμούς που οδήγησαν σε αυτή την επικίνδυνη πραγματικότητα φέρει ακέραιη η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη.
* Μέλος ομάδας συντονισμού «Far Right Watch Cyprus» (Παρατηρητήριο για την Ακροδεξιά στην Κύπρο), υποψήφιος βουλευτής Λευκωσίας με το ΑΚΕΛ-Αριστερά-Κοινωνική Συμμαχία
