ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρήστος Πιλάλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο «Εθνικός Διάλογος για το Λύκειο και το Εθνικό Απολυτήριο» παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως διαδικασία εθνικής συνεννόησης. Ομως η θεσμική του συγκρότηση δείχνει κάτι τελείως διαφορετικό: πρόκειται για μια διαδικασία που ελέγχεται από την αρχή μέχρι το τέλος από την κυβέρνηση. Η 106μελής επιτροπή συγκροτήθηκε με υπουργική απόφαση και θα παραδώσει το πόρισμά της στην υπουργό Παιδείας. Η θητεία της μπορεί να παραταθεί με δική της απόφαση. Δεν προβλέπεται κανένα ανεξάρτητο στάδιο ελέγχου πριν από τη νομοθέτηση. Το υπουργείο θα παραλάβει το πόρισμα και το ίδιο θα αποφασίσει αν και πώς θα το κάνει σχέδιο νόμου.

Η αναφορά σε δημόσια διαβούλευση το καλοκαίρι του 2026 δεν μεταβάλλει αυτή τη θεσμική πραγματικότητα. Η διαδικασία θα τεθεί σε ηλεκτρονική διαβούλευση, αφού έχει ήδη καθοριστεί το βασικό πλαίσιο επεξεργασίας, χωρίς καμία πρόβλεψη δεσμευτικής ή αιτιολογημένης ενσωμάτωσης των προτάσεων που θα κατατεθούν. Η επιλογή της θερινής περιόδου για τη διαδικασία στο open.gov συμπίπτει με περίοδο περιορισμένης συλλογικής λειτουργίας των εκπαιδευτικών φορέων. Η κοινωνία καλείται να καταθέσει σχόλια χωρίς θεσμικό μηχανισμό που να μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την τελική απόφαση.

Στην Ευρώπη τα πράγματα -ως συνήθως- γίνονται αλλιώς. Ας δούμε χώρες που έχουν καλά δημόσια εκπαιδευτικά συστήματα, με δημόσιες δαπάνες τους για την παιδεία ως ποσοστά του εθνικού τους ΑΕΠ διπλάσιες από τις ελληνικές. Στη Φινλανδία (2012-2016) η αναμόρφωση του προγράμματος σπουδών οργανώθηκε από τον Finnish National Agency for Education με πολυετή διαβούλευση, δημόσια προσχέδια και ενεργό συμμετοχή δήμων και εκπαιδευτικών ενώσεων πριν από την εφαρμογή. Στη Νορβηγία (2017-2020) η μεταρρύθμιση υλοποιήθηκε από το Norwegian Directorate for Education and Training μετά από δημόσιες εκθέσεις και υποχρεωτική εθνική διαβούλευση πριν από την τελική απόφαση. Στη Δανία (2014-2016) οι αλλαγές στηρίχθηκαν σε διακομματική συμφωνία στο Κοινοβούλιο (Folketing) πριν από τη νομοθέτηση.

Στη Γερμανία μετά το 2001 τα κοινά εκπαιδευτικά πρότυπα (Bildungsstandards) για τη γλώσσα, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες συμφωνήθηκαν μέσω πολυετούς συντονισμού των κρατιδίων στη Διάσκεψη Υπουργών Παιδείας (KMK) χωρίς δυνατότητα μονομερούς επιβολής από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις άλλος φορέας επεξεργαζόταν τις αλλαγές και άλλος έπαιρνε την τελική πολιτική απόφαση. Στην Ελλάδα του 2026 όμως όλα συγκεντρώνονται στο ίδιο κυβερνητικό επίπεδο.

Ομως η μεταρρύθμιση του «Εθνικού Απολυτηρίου» δεν είναι μια ουδέτερη διοικητική ρύθμιση. Σε ένα σύστημα που οι εξετάσεις καθορίζουν τη ζωή των μαθητών και μαθητριών κάθε αλλαγή στο βάρος του Απολυτηρίου αλλάζει τους όρους πρόσβασής τους στα Πανεπιστήμια και επηρεάζει άμεσα τις κοινωνικές ευκαιρίες.

Βέβαια η εκπαιδευτική πολιτική από το 2019 έχει σαφή κατεύθυνση. Η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής περιόρισε την πρόσβαση στα Πανεπιστήμια. Η Τράπεζα Θεμάτων αύξησε την πίεση στο Λύκειο. Η ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών εφαρμόστηκε με κάθετη διοικητική εποπτεία και πειθαρχικές διαδικασίες σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, καθιερώνοντάς την όχι σε εργαλείο βελτίωσης, αλλά σε μηχανισμό σκληρής επιβολής. Παράλληλα το θεσμικό τοπίο της ανώτατης εκπαίδευσης άλλαξε με την είσοδο μη κρατικών Πανεπιστημίων. Ολα αυτά μαζί διαμόρφωσαν ένα αυστηρότερο και περισσότερο ελεγκτικό πλαίσιο για την κάθε σχολική και εκπαιδευτική διαδρομή.

Την ίδια στιγμή το Λύκειο παραμένει εγκλωβισμένο στη λογική των εξετάσεων. Η ιδιωτική εκπαιδευτική δαπάνη των νοικοκυριών παραμένει υψηλή, όπως δείχνουν στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και του ΟΟΣΑ. Η δημόσια χρηματοδότηση της εκπαίδευσης συγκαταλέγεται στις τελείως χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Το σύστημα πρόσβασης έχει αλλάξει επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια εντείνοντας την αβεβαιότητα για τους μαθητές και τις οικογένειές τους.

Δηλαδή το «Εθνικό Απολυτήριο» δεν έρχεται σε θεσμικό κενό. Εντάσσεται σε μια ήδη διαμορφωμένη σκληρά νεοφιλελεύθερη πολιτική κατεύθυνση που ενισχύει την επιλεκτικότητα, την ταξικότητα, τον έλεγχο και την πίεση μέσα στο δημόσιο σχολείο. Ο «Εθνικός Διάλογος» δεν θα λειτουργήσει ως ανεξάρτητη διαδικασία, αλλά ως πρωτοβουλία που παραμένει υπό τον σκληρό κυβερνητικό έλεγχο. Δεν δεσμεύει την κυβέρνηση και δεν στηρίζεται σε ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συμφωνία.

Η καλή δημόσια δωρεάν παιδεία όμως δεν είναι ένα κυβερνητικό πρόγραμμα τετραετίας. Είναι βασικό και αναφαίρετο κοινωνικό δικαίωμα και δημόσιο αγαθό. Απαιτεί σταθερούς κανόνες, θεσμούς που να υπερβαίνουν τις εναλλαγές εξουσίας και ουσιαστική κοινωνική συμμετοχή πριν από τη λήψη αποφάσεων. Στην παρούσα περίπτωση ο σχεδιασμός, η επεξεργασία και η τελική νομοθέτηση συγκεντρώνονται στο ίδιο πολιτικό κέντρο. Η ευθύνη για το αποτέλεσμα βαραίνει αποκλειστικά την κυβέρνηση. Αλλά αυτό φοβάμαι πως δεν την ενδιαφέρει πραγματικά!

* Εκπαιδευτικός, πρώην διευθύνων σύμβουλος του ΙΝΕΔΙΒΙΜ