Το δεύτερο μέρος του τίτλου, η «τρύπα του λαγού», είναι δάνειο από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» – ένα από τα πιο διάσημα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που έγραψε ο Λιούις Κάρολ το 1865! Η Αλίκη βυθίζεται σε μια τρύπα και οδηγείται σ’ ένα αλλόκοτο, αλλοπρόσαλλο, σουρεαλιστικό, χαοτικό σύμπαν. Σήμερα το «rabbit hole» (και στα ελληνικά) έχει τη μεταφορική σημασία της «περιδίνησης», της «ατέλειωτης υπερανάλυσης», της «εισόδου σε ένα χαοτικό μονοπάτι». Το πρώτο μέρος του τίτλου προκύπτει από την αναμενόμενη εσωστρέφεια της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης και την αδυναμία συγκρότησης αποτελεσματικού πόλου που θα αντιταχθεί στα θεσμικά έκτροπα της κυβέρνησης Μητσοτάκη και θα καλύψει το κενό της πολιτικής εκπροσώπησης.
Χωρίς να ξεχνάμε ότι οι ευθύνες για τα κοινωνικά προβλήματα της χώρας βαρύνουν πρωτίστως την κυβέρνηση, ποια είναι η οικονομία της πολιτικής εκπροσώπησης, εάν τη δούμε από την πλευρά της κεντροαριστερής αντιπολίτευσης; Η «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα ήταν αναμενόμενο ότι θα ταράξει τα νερά. Και, λίγο-πολύ, το έκανε. Ενα μεγάλο ποσοστό ψηφοφόρων έχει ήδη την αίσθηση ότι, με αφορμή το βιβλίο, αρχίζει να συγκεκριμενοποιείται στο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα το αίτημα ανασύνταξης του κεντροαριστερού (ή για άλλους προοδευτικού) πολιτικού χώρου και της προσπάθειας να συγκροτηθεί η εναλλακτική λύση απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Είναι έτσι τα πράγματα; Καταρχήν, ο πρώην πρωθυπουργός δεν έχει εξαγγείλει επίσημα το νέο κόμμα. Το 60% πιστεύει ότι εάν ανακοινωθεί νέο κόμμα θα λειτουργήσει διασπαστικά. Ενα 23% πιστεύει ότι θα λειτουργήσει συγκολλητικά. Οι αντιδράσεις των άλλων (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά – για να μείνουμε μόνο σε αυτά τα κόμματα) εκδηλώνονται ωσάν να έχει γίνει νέο κόμμα. Οι κουβέντες για τον «εξώστη του Παλλάς», τα αντανακλαστικά πολιτικής επιβίωσης αρκετών, το επεισόδιο με το πρωτοσέλιδο της «Αυγής» και η παραίτηση του διευθυντή και πολύ καλού δημοσιογράφου Σπύρου Σουρμελίδη, αλλά και οι υπερσχολιασμοί στον Τύπο, την τηλεόραση και τα media δεν ευνοούν κανέναν. Αντίθετα, υπονομεύουν τις ενδεχόμενες (προεκλογικές ή μετεκλογικές) συνεργασίες. Με δυο λόγια, η στρατηγική διαχείριση του δυνητικού νέου κόμματος αλλά και των όμορων υπαρκτών κομμάτων έχει πολλά αδύναμα σημεία.
Ας δούμε και τα υπόλοιπα της κεντροαριστερής καταβύθισης. Οι δύο ενδεχόμενοι ισχυροί πόλοι (ΠΑΣΟΚ και δυνητικό κόμμα Τσίπρα) θα συνεργαστούν; Είναι ένα σοβαρό ερώτημα. Η αναδρομική εμπειρία δείχνει αποτυχία συνεργασίας. Και όσον αφορά τις σχέσεις «κόμματος Τσίπρα», ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Αριστεράς, ήδη επιβαρύνονται με εγγενή προβλήματα ομηρίας. Λέγεται ότι «βρέθηκαν στον εξώστη γιατί περιμένουν τηλεφώνημα από τον Τσίπρα». Αλλοι υποστήριξαν ότι, χωρίς να παρουσιάσει στελέχη, το εγχείρημα Τσίπρα δεν θα έχει μέλλον. (Και πού θα βρει στελέχη σε έναν πεπερασμένο αριθμό προθύμων και ικανών προσώπων, αν όχι στον ΣΥΡΙΖΑ και στη Νέα Αριστερά;)
Αλλοι, τέλος, υποστηρίζουν ότι το «μεσσιανικό» εγχείρημα προοικονομεί πρόσθετες αδυναμίες που υπονομεύουν τον ηγεμονικό ρόλο που θα ήθελε η Κεντροαριστερά απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και ενώ όλοι βάλλουν εναντίον του διεφθαρμένου και απονομιμοποιημένου πλέον πολιτικού περιβάλλοντος του Μαξίμου, την ίδια στιγμή αδυνατούν να εξασφαλίσουν την οποιαδήποτε συνεργασία για να σταθούν απέναντί του. Παρά τις φραστικές εκκλήσεις ενότητας, στην πράξη δεν υπάρχουν αξιόπιστες πολιτικές διεργασίες συνεργασίας των κεντροαριστερών δυνάμεων – σαν να μην υπάρχει αύριο και σαν να μην υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση· και αυτό το βλέπουν οι πολίτες. Μια δημοκρατία που βλέπει τις εκλογές ως βάση αντιμετώπισης των προβλημάτων… ή που φοβάται τις εκλογές, γιατί δεν ξέρει τι θα πουν οι πολίτες στις κάλπες, δεν έχει στοιχεία ποιότητας. Εχει στοιχεία αβεβαιότητας – και, επί το δυσμενέστερο, στοιχεία συναλλαγής (σε ψηφίζω για να μου δώσεις κάτι). Και η χώρα; Δεν μιλάμε δα για «Χώρα των Θαυμάτων». Οι περισσότεροι βρίσκονται στη θέση της Αλίκης: «Η αίθουσα είχε γύρω γύρω πόρτες, που όμως ήταν όλες κλειδωμένες· η Αλίκη, αφού τις δοκίμασε όλες, πάνω-κάτω, μία μία, μήπως και ανοίξουν, πήγε και στάθηκε λυπημένη στη μέση της αίθουσας κι αναρωτιόταν πώς θα μπορούσε να ξεφύγει από κει μέσα».
Οι, ούτως ειπείν, «εξωκοινοβουλευτικοί» δρώντες (βλέπε Καραμανλής, Βενιζέλος, Καρυστιανού κ.ά.) δημιουργούν άλλης τάξεως περιπλοκές. Γίνονται εστίες πολιτικών επισημάνσεων και μηνυμάτων, ενώ μάλλον λειτουργούν σαν την ψευτοχελώνα στο παραμύθι του Κάρολ – με προορισμό μια νόστιμη ψευτοχελωνόσουπα. Αλλά κάνοντας ένα βήμα παρακάτω, στο «Η Αλίκη πίσω από τον καθρέφτη» (Λιούις Κάρολ, 1871) θα δούμε άλλες ουσίες, όπως αυτές του Χάμπτι Ντάμπτι, ενός αλαζόνα, υπερόπτη και επηρμένου που επέμενε πως «Οταν λέω κάτι, μια λέξη, σημαίνει ό,τι εγώ θέλω να σημαίνει – ούτε κάτι περισσότερο ούτε κάτι λιγότερο». Σίγουρα, είναι ψυχωφελή τα παραμύθια. Αναρωτιέμαι, όμως, ποιους και πόσους λόγους έχουμε να παραμυθιαζόμαστε.
