Στις 24 Ιουλίου 2025, ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας ανακοίνωσε τη Β’ Φάση της «Ατζέντας 2030» με εκτεταμένες αλλαγές στη Δομή Δυνάμεων, στο όνομα του εκσυγχρονισμού, της μείωσης της γραφειοκρατίας, της ευελιξίας και της εξοικονόμησης πόρων, καθώς και στη βελτίωση των υποδομών και των συνθηκών για τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων.
Στο πλαίσιο αυτό, καταργούνται η 1η Στρατιά και τα ενδιάμεσα επίπεδα διοίκησης, με το επιχείρημα της απλοποίησης της διοικητικής πυραμίδας και της ενίσχυσης της ευελιξίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατάργηση της ΑΣΔΕΝ (Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Εσωτερικού και Νήσων), η οποία, αν και δεν αποτελούσε ενδιάμεσο επίπεδο, είχε αυτοτελή επιχειρησιακή αποστολή στην άμυνα του νησιωτικού χώρου του Ανατολικού Αιγαίου.
Η κατάργηση της 1ης Στρατιάς –μοναδικού επιχειρησιακού στρατηγείου του Στρατού Ξηράς και αναγνωρισμένου από το ΝΑΤΟ Field Army HQ– αφαιρεί ένα κρίσιμο ενδιάμεσο επίπεδο διοίκησης μεταξύ ΓΕΣ και Σωμάτων Στρατού. Η 1η Στρατιά διασφάλιζε στρατηγική συνοχή, ευρεία γεωγραφική κάλυψη και άμεση αντίδραση σε κρίσεις μεγάλης κλίμακας. Η απουσία της μεταφέρει υπερβολικό βάρος στο ΓΕΣ, το οποίο θα πρέπει ταυτόχρονα να χαράσσει στρατηγική και να διοικεί επιχειρησιακά, κάτι μη ρεαλιστικό σε περίοδο κρίσης.
Η ΑΣΔΕΝ, με αποστολή την επιχειρησιακή ενοποίηση και αποτροπή στα νησιά του Αιγαίου, αντικαθίσταται από την υπό σύσταση ΑΣΔΑΜ. Η ΑΣΔΕΝ δεν ήταν απλώς διοικητική μονάδα, αλλά εξειδικευμένο στρατηγείο με γνώση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και διακλαδική λειτουργία. Η κατάργησή της αφαιρεί επιχειρησιακό βάθος από την άμυνα του Αιγαίου και υπονομεύει τον συντονισμό σε ένα από τα πιο ευαίσθητα γεωπολιτικά μέτωπα της χώρας.
Οι αλλαγές αυτές υιοθετούν ξένα πρότυπα, επικαλούμενες διδάγματα από Ουκρανία και Μέση Ανατολή, αλλά παραβλέπουν ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει συγκεκριμένη απειλή: μια αναθεωρητική δύναμη με αποβατική ικανότητα, ισχυρή παρουσία στο Αιγαίο και στον Εβρο και διακηρυγμένη επιθετική βούληση. Το επιχειρησιακό μας περιβάλλον είναι αρχιπελαγικό, με εκτεθειμένα νησιά και ανάγκη αποτροπής πρώτου πλήγματος.
Η αντίληψη των «αυτόνομων νησιών» και η έμφαση σε οχυρωματικά έργα παραπέμπουν σε στατική άμυνα περασμένων αιώνων. Στο σημερινό διακλαδικό περιβάλλον, η αποτροπή δεν επιτυγχάνεται με κατακερματισμένες «νησίδες αντίστασης», αλλά με δικτυοκεντρική διοίκηση, εφεδρείες και δυνατότητα ταχείας συγκέντρωσης ισχύος. Η τεχνολογία, αν και κρίσιμη, δεν υποκαθιστά τη φυσική παρουσία και τις δοκιμασμένες δομές διοίκησης.
Η 1η Στρατιά κάλυπτε και το βόρειο μέτωπο, όπου η Αλβανία, σε στενή στρατιωτική συνεργασία με την Τουρκία, διατηρεί αλυτρωτικές βλέψεις. Η κατάργησή της μειώνει την ικανότητα διαχείρισης πολλαπλών απειλών και αποδυναμώνει τη δυνατότητα συντονισμού των χερσαίων δυνάμεων σε εθνικό επίπεδο. Παράλληλα, αφαιρεί από το ΝΑΤΟ ένα έτοιμο στρατηγείο ικανό να διοικήσει συμμαχικές δυνάμεις στη ΝΑ Ευρώπη και να υποστηρίξει τη ροή ενισχύσεων στη νότια πτέρυγα της Συμμαχίας.
Η ΑΣΔΕΝ, από την άλλη, αποτελεί τη θεσμική εγγύηση της επιχειρησιακής συνοχής του ανατολικού χώρου. Η βαθιά εξοικείωσή της με το νησιωτικό περιβάλλον και η εμπειρία δεκαετιών δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτόματα σε μια νέα, μη εξειδικευμένη διοίκηση. Η ενσωμάτωσή της στην ΑΣΔΑΜ απειλεί να αλλοιώσει τον αποτρεπτικό της ρόλο και να δημιουργήσει επικίνδυνα διοικητικά κενά.
Οι εξαγγελίες συνοδεύονται από κλείσιμο στρατοπέδων, συγκρότηση διοικήσεων μη επανδρωμένων μέσων και προγράμματα οχυρώσεων. Ομως, χωρίς σαφή στρατηγική καθοδήγηση, οι κινήσεις αυτές κινδυνεύουν να είναι αποσπασματικές. Η Δομή Δυνάμεων οφείλει να βασίζεται σε επικαιροποιημένη Πολιτική Εθνικής Αμυνας (ΠΕΑ) – το μόνο θεσμικό κείμενο που απορρέει από τη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας και καθορίζει τους στρατηγικούς και επιχειρησιακούς στόχους. Σήμερα, δεν υπάρχει εγκεκριμένη ΠΕΑ από το ΚΥΣΕΑ, άρα η «Ατζέντα 2030» στερείται θεσμικού και στρατηγικού πλαισίου.
Είναι στρατηγικό σφάλμα να καταργούνται δύο θεμελιώδεις πυλώνες της άμυνας –1η Στρατιά και ΑΣΔΕΝ– τη στιγμή που η Τουρκία διατηρεί αυξημένες αποβατικές και χερσαίες δυνατότητες, συγκροτημένες σε διακλαδικό σύστημα ισχύος. Η αποδόμηση κρίσιμων δομών, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση διακλαδικότητας, δεν αποτελεί εκσυγχρονισμό αλλά παραχώρηση πρωτοβουλίας στον αντίπαλο.
Ο εκσυγχρονισμός των Ενόπλων Δυνάμεων είναι αναγκαίος, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε ρεαλιστική αποτύπωση της απειλής, σαφές δόγμα, επιχειρησιακή τεκμηρίωση και θεσμική συνέπεια. Η τρέχουσα αναδιοργάνωση μοιάζει περισσότερο με άσκηση διοικητικού πειραματισμού παρά με στρατηγική επιλογή. Η εθνική άμυνα δεν είναι άσκηση επί χάρτου ούτε πεδίο επικοινωνιακών εντυπώσεων.
Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης γεωπολιτικής αστάθειας και επιθετικών διαθέσεων του αντιπάλου, όσοι αποδυναμώνουν τη στρατηγική συνοχή και την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας αναλαμβάνουν πλήρως την ευθύνη για το επιχειρησιακό κενό που θα προκύψει όταν η κρίση πάψει να είναι θεωρητική και γίνει πραγματική.
*Πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, πρώην γενικός διευθυντής – Γενικής Διεύθυνσης Πολιτικής Εθνικής Αμυνας και Διεθνών Σχέσεων (ΓΔΠΕΑΔΣ) υπουργείου Εθνικής Αμυνας (ΥΠΕΘΑ)
