Το πλαίσιο της κανονιστικής πολιτικής, που δείχνει τι θα έπρεπε να ισχύει, είναι αποκαλυπτικό για τη διάκριση των εξουσιών. Στα «Πολιτικά» ο Αριστοτέλης τόνιζε ότι «κάθε πολιτεία έχει τρία στοιχεία…Το βουλευτικό, το εκτελεστικό και το δικαστικό». Αναγνώριζε την ανάγκη για διακριτές λειτουργίες διακυβέρνησης: τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική. Ο Τζον Λοκ στη «Δεύτερη Πραγματεία περί Διακυβέρνησης» (1689) έλεγε ότι «Είναι μεγάλο δέλεαρ για την ανθρώπινη αδυναμία… να συγκεντρώνει το ίδιο πρόσωπο τόσο την εξουσία θέσπισης των νόμων όσο και την εξουσία εκτέλεσής τους».
Προφανώς, ο Λοκ υποστήριζε τον διαχωρισμό νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, ώστε να αποτρέπεται η τυραννία – χωρίς να αναπτύσσει πλήρως την έννοια της ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας. Ο πιο γνωστός υπέρμαχος της διάκρισης των εξουσιών σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική, ο Μοντεσκιέ, στο έργο του «Το Πνεύμα των Νόμων» (1748), τόνιζε ότι «Οταν η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ενώνονται στο ίδιο πρόσωπο… δεν υπάρχει ελευθερία… Ούτε υπάρχει ελευθερία όταν η δικαστική εξουσία δεν είναι διαχωρισμένη από τη νομοθετική και την εκτελεστική». Ο Ζαν-Ζακ Ρουσό στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο» (1762) έγραφε ότι «Η νομοθετική εξουσία ανήκει στον λαό… Η εκτελεστική εξουσία πρέπει να διαχωρίζεται από τη νομοθετική για να διατηρείται η ελευθερία». Ο Ρουσό έδινε έμφαση στη λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή, στο ότι οι νόμοι πρέπει να εκφράζουν τη γενική βούληση.
Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και ο Τζέιμς Μάντισον στα «Ομοσπονδιακά Κείμενα» (στο Νο. 47): «Η συγκέντρωση όλων των εξουσιών -νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής- σε ένα άτομο… μπορεί δικαίως να χαρακτηριστεί ως ορισμός της τυραννίας». Το ίδιο και ο Αλεξάντερ Χάμιλτον στα «Ομοσπονδιακά Κείμενα» (στο Νο. 78): «Η δικαστική εξουσία… δεν έχει επιρροή ούτε στα όπλα ούτε στο δημόσιο ταμείο… Μπορεί πράγματι να ειπωθεί ότι δεν έχει ούτε δύναμη ούτε βούληση, αλλά μόνον κρίση», δίνοντας έμφαση στην ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας, ως αναγκαίας για τον έλεγχο των άλλων δύο εξουσιών.
Το 2025 στην Ελλάδα ισχύει το «Εγώ είμαι το κράτος, εγώ το Εκτελεστικό, εγώ το Νομοθετικό εγώ και η Δικαιοσύνη». Δηλαδή, το δόγμα Μητσοτάκη εκφρασμένο από τον Αδωνη Γεωργιάδη: «…Τι λέει η Βουλή (σ.σ., η νομοθετική εξουσία); Λέει ό,τι πει η πλειοψηφία της; Ποιος είναι η πλειοψηφία της; Η Ν.Δ. (σ.σ., η εκτελεστική εξουσία). Τι αποφάσισε η Νέα Δημοκρατία; Οτι δεν θέλει να ελεγχθούν. Τέλος». Σύμφωνα με το παραπάνω δόγμα οποιαδήποτε μάχη στο πλαίσιο των κοινοβουλευτικών διαδικασιών είναι χαμένη.
Σε σχέση με τη δικαστική εξουσία (και μέσω της εκτελεστικής και νομοθετικής), η δικαιοσύνη σχεδόν διορίζεται από την κυβέρνηση και κατευθύνεται από δημόσιες δηλώσεις του πρωθυπουργού και των υπουργών. Και όλα δημιουργούν ένα θεσμικό πλαίσιο «αμελλητί» και «χακούνα ματάτα» (κανένα πρόβλημα) μέσω των συνεχών μεταβιβάσεων πολιτικού χρήματος στα μέσα ενημέρωσης (την «τέταρτη εξουσία»).
Γιατί όλοι οι δυνητικοί και οι τρέχοντες εταίροι της Ελλάδας έχουν γυρίσει την πλάτη στη χώρα; Η απάντηση βρίσκεται στην απόσταση της χώρας από την Ευρώπη, στον διεθνή διασυρμό της και στα ερωτήματα γύρω από τον τρόπο διακυβέρνησης. Οταν ο τρόπος διακυβέρνησης γίνεται αρνητικό πρωτοσέλιδο στον ευρωπαϊκό Τύπο, αυτό θα έπρεπε να ανησυχεί κυρίως την κυβέρνηση. Γιατί λ.χ. οι Ευρωπαίοι θέλουν ντε και καλά στο «ReArm Europe» και τον Ερντογάν; Απαντήστε μόνοι σας. Η κυβέρνηση δείχνει πως ασχολείται μόνο με τις «αστοχίες» της. Εχει θέματα με τη Χαμάς, με ανύπαρκτα τρένα και ανύπαρκτα κοπάδια, με επιτροπές διερευνήσεων, προανακριτικές και με τις «επιστολικές ψήφους» των συμπολιτευόμενων βουλευτών. Το πολιτικό κεφάλαιο χάνεται στην προνεωτερικότητα, τον κοτζαμπασισμό και την καγκουριά. Σπαταλιέται στο κουκούλωμα των αλυσιδωτών σκανδάλων. Βρίσκει εύκολο να εξαγοράζει συνειδήσεις, να μοιράζει πολιτικό χρήμα στα μέσα ενημέρωσης για να μη γίνονται δυσάρεστες κριτικές και ερωτήσεις. Σφιχταγκαλιάζει και ελέγχει και την «τέταρτη εξουσία» και όλες τις ανεξάρτητες αρχές, γιατί «σημασία έχει η επικοινωνία και όχι η ουσία». Προτεραιότητα έχει η κυβερνώσα ομάδα ως καθεστώς και όχι η χώρα.
Για την πορεία, οι αντισταθμίσεις είναι δύσκολες. Τα κακά νέα είναι η κρίσιμη καμπή στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Τα καλά νέα είναι ότι η «κρίση νομιμοποίησης» δεν είναι βιώσιμη. Επομένως, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα αλλάξει. Τα κακά νέα είναι ότι η φθορά της κυβέρνησης δεν κεφαλαιοποιείται. Ο αντιπολιτευτικός κατακερματισμός είναι αναποτελεσματικός και υπάρχει η αίσθηση ότι μερικοί διαγκωνίζονται για τις καλές θέσεις στο κατάστρωμα, την ώρα που βυθίζεται ο «Τιτανικός». Επιπλέον, το «θεσμικό κατάντημα» είναι ένα πολύ κακό πολιτικό μάθημα. Πιθανώς, να αρέσει σε μια μελλοντική διακυβέρνηση. Ετσι, το τι θα γίνει στο μέλλον είναι υπόθεση της χώρας και των πολιτών της. Αυτοί θα αποφασίσουν την κατεύθυνση των αλλαγών.
