Μομφές για την πρωτοφανή κοινοβουλευτική και συνταγματική εκτροπή αποδίδονται στον πρωθυπουργό που την ενορχήστρωσε. Δικαίως. Αλλά ώς ένα βαθμό μόνο. Το πολιτικό σύστημα είναι αυτό που λέει η λέξη: σύστημα. Οι ενέργειες των υποκειμένων του, των πολιτικών «παικτών», αλληλεξαρτώνται. Καθένας απλώνεται τόσο όσο τον αφήνουν οι υπόλοιποι.
Παραδόξως, ο κύριος υπεύθυνος για την ακραία κατάπτωση των κοινοβουλευτικών ηθών έμεινε περίπου στο απυρόβλητο. Ο πρόεδρος της Βουλής είναι πολιτειακός παράγοντας, όχι κομματάρχης. Εχει τη συνταγματική αποστολή και ευθύνη να διαφυλάττει τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και το κύρος του θεσμού. Αν χρειαστεί, ακόμη και απέναντι στην πλειοψηφία από την οποία προέρχεται. Δεν είναι απλή πράξη πολιτικής αβροφροσύνης ότι εκλέγεται και με τις ψήφους της αντιπολίτευσης. Είναι η ανάθεση αυτής ακριβώς της ευθύνης.
Αν ο πρόεδρος της Βουλής δεν πάρει άμεσα μέτρα για να αποκαταστήσει το βαθιά (άραγε ανεπανόρθωτα;) τραυματισμένο κύρος του Βουλής –και τουλάχιστον το εξής ένα: επανάληψη της άκυρης διαδικασίας– τότε η αντιπολίτευση οφείλει να αποσύρει την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλε. Και να πάψει να τον νομιμοποιεί με τη συμμετοχή της στα συλλογικά κοινοβουλευτικά όργανα. Αν ο πρόεδρος αντιλαμβάνεται κόμμα, κοινοβουλευτική πλειοψηφία και κυβέρνηση ως ενιαίο συμπαγές σύνολο, ως μπλοκ, ας μείνει μόνος στη διάσκεψη των προέδρων με τους ομόσταβλούς του βουλευτές, πρώτος μεταξύ ίσων κομματαρχών.
Η ντροπιαστική συνεδρίαση που κατέληξε στην άκυρη ψηφοφορία δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Δημοκρατία, κράτος δικαίου και κοινοβουλευτισμός δέχονται εδώ και χρόνια αλλεπάλληλα πλήγματα. Σταθερά, συστηματικά, σχεδόν οργανωμένα, θα έλεγε κάποιος. Με τη δυσκινησία, τα σκουριασμένα αντανακλαστικά, την έλλειψη πρωτοβουλιών και, κυρίως, συνεννόησης –ναι, μιλάω για μέτωπο– τα κόμματα της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, πολύ απλά, διευκολύνουν κυβέρνηση και κοινοβουλευτική πλειοψηφία στον αυταρχικό κατήφορό τους. Δεν είναι καθόλου άμοιρα ευθυνών.
Αν, πέρα από τις (μικρο)πολιτικές (μικρο)φιλοδοξίες τους, έχουν στοιχειώδη συναίσθηση της θεσμικής ευθύνης τους, οφείλουν να αντιδράσουν. Στη φύση, ακραία δράση φέρνει ακραία αντίδραση. Στην ελληνική πολιτική σκηνή, η αντιπολίτευση σύρεται πίσω από εξελίξεις που παράγει η κυβερνητική πλειοψηφία, αδυνατώντας να προκαλέσει η ίδια πολιτικά ή θεσμικά γεγονότα. Δεν έχει κανένα λόγο να συνεχίσει να νομιμοποιεί με την παρουσία της τη θεσμική παρωδία που εξακολουθεί, από αδράνεια, να αυτοαποκαλείται Βουλή, χωρίς να έχει καμία πλέον σχέση με το όργανο που προβλέπει το Σύνταγμα.
Τέλος, μεγάλη ευθύνη έχουν οι δημοσιολογούντες και διαμορφωτές της κοινής γνώμης –κι αυτοί είναι μέρος του πολιτικού συστήματος– που μόλις εσχάτως άρχισαν να ψελλίζουν κάποια λόγια κριτικής. Too little, too late (πολύ λίγο, πολύ αργά). Οσο στήριζαν, ακόμα και κριτικά ή σιωπηρά, συνέβαλλαν στον εκφυλισμό του πολιτεύματός μας σε αυτό που οι Αγγλοσάξονες αποκαλούν «εκλεγμένη δικτατορία» (elective dictatorship). Ενα καθεστώς όπου ο πρωθυπουργός έχει τον απόλυτο έλεγχο εξίσου κυβέρνησης, κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και κόμματος, ώστε να είναι πρακτικά ανεξέλεγκτος, ασύδοτος.
Και κάτι τελευταίο: Δεν νοείται τήρηση του Συντάγματος α λα καρτ. Εχει μειωμένη αξιοπιστία ο λόγος όσων –τώρα– επικρίνουν τη συνταγματική εκτροπή, ενώ αλλού συνέπραξαν στον ευτελισμό του Συντάγματος. Δεν γίνεται και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ. Εχουμε φτάσει σε τέτοιο έσχατο σημείο που, δυστυχώς, είμαστε αναγκασμένοι να επιλέξουμε: Ή με την κοινοβουλευτική δημοκρατία και το κράτος δικαίου ή με τους εχθρούς της.
* Αναπλ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ
