Η σύγκρουση στη Συρία κλιμακώθηκε το τελευταίο διάστημα, με το Ισραήλ να εξαπολύει βομβιστικές επιθέσεις εναντίον του βόρειου γείτονά του. Η επίθεση του Τελ Αβίβ έρχεται σε συνέχεια των εντάσεων στη νότια Συρία μεταξύ της μειονότητας των Δρούζων και των δυνάμεων που συμμαχούν με τη κυβέρνηση στη Δαμασκό.
Οι ισραηλινές δυνάμεις μπαίνουν στο κάδρο για να στηρίξουν τους Δρούζες, στοχεύοντας κυβερνητικές βάσεις, άρματα μάχης και βαρέα όπλα, με στελέχη της κυβέρνησης Νετανιάχου να αποκαλούν τον Σύρο πρόεδρο Αχμέντ αλ-Σαράα «τρομοκράτη» και «βάρβαρο δολοφόνο». Παρά τις εμπρηστικές δηλώσεις, προχωρά η εκεχειρία μεταξύ των δύο πλευρών, βάζοντας προσωρινά παύση στις εχθροπραξίες.
Όλα αυτά, ενόσω τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) διχάζονται ως προς την άσκηση πίεσης προς το Τελ Αβίβ για τη Γάζα, για το αν θα προχωρήσουν κυρώσεις, τι θα περιλαμβάνουν, για πόσο χρονικό διάστημα εφαρμοστούν. Κοινό ψήφισμα δεν συμφωνήθηκε κι αυτό αποκαλύπτει το χάσμα που υπάρχει εντός της Ένωσης σε ένα θέμα όπου είναι διαθέσιμα όλα τα δεδομένα για τις εγκληματικές ενέργειες των ισραηλινών ένοπλων δυνάμεων κατά του παλαιστινιακού πληθυσμού.
Οι Δρούζοι βγαίνουν στο προσκήνιο
Ένα βασικό ερώτημα είναι τι ακριβώς επιδιώκει μια θρησκευτική μειονότητα που υπολογίζεται ότι αριθμεί σήμερα λίγο παραπάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους, συγκεντρωμένους κυρίως στις ορεινές περιοχές του Λιβάνου, της Συρίας, του Ισραήλ και της Ιορδανίας. Στη Συρία, ο πληθυσμός των Δρούζων εκτιμάται σε περίπου 700.000 (από περίπου 23 εκατ. συνολικού πληθυσμού της χώρας), με την πλειοψηφία να κατοικεί στην επαρχία Ας-Σουαϊντά, παραδοσιακό προπύργιο της δράσης τους. Από την εξέγερση του 2011 κατά του καθεστώτος Άσαντ, οι Δρούζοι έχουν διατηρήσει ένα βαθμό αυτονομίας, υπερασπιζόμενοι με επιτυχία την επικράτειά τους απέναντι σε διάφορες απειλές, συμπεριλαμβανομένου του Ισλαμικού Κράτους κι άλλων τζιχαντιστικών ομάδων.
Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ στα τέλη του περασμένου έτους, οι Δρούζοι -μαζί με άλλες μειονοτικές ομάδες όπως οι Κούρδοι στα ανατολικά και οι Αλαουίτες στα δυτικά- ζήτησαν την ομοσπονδιοποίηση της χώρας. Υποστηρίζουν ένα αποκεντρωμένο διοικητικό μοντέλο με το οποίο θα παραχωρηθεί μεγαλύτερη αυτονομία στις περιφερειακές κοινότητες, ωστόσο η μεταβατική κυβέρνηση στη Δαμασκό πιέζει για ένα συγκεντρωτικό κράτος και επιδιώκει να επανακτήσει τον πλήρη έλεγχο ολόκληρης της συριακής επικράτειας. Αυτή η θεμελιώδης, στρατηγική διαφωνία έχει οδηγήσει σε περιοδικές συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων των Δρούζων και των κυβερνητικών στρατευμάτων.
Παρά την προσωρινή εκεχειρία, οι εντάσεις παραμένουν υψηλές, ιδιαίτερα με δεδομένο ότι το βασικό πολιτικό διακύβευμα των δύο πλευρών παραμένει άλυτο.
Η εμπλοκή του Ισραήλ
Η εκδίωξη του καθεστώτος Άσαντ δημιούργησε ένα στρατηγικό «άνοιγμα» για το Ισραήλ, δίνοντας χώρο για να επεκτείνει την επιρροή του στη νότια Συρία. Η εμπλοκή της κυβέρνησης Νετανιάχου θα μπορούσε να καθοδηγείται από δύο κύριες ανησυχίες: Η πρώτη αφορά την ασφάλεια των βόρειων συνόρων της χώρας και την εκτίμηση ότι υπάρχει κενό εξουσίας στη νότια Συρία που θα αποτελούσε δυνητική απειλή, με πιθανή εγκατάσταση κι οργάνωση αντιισραηλινών πολιτοφυλακών κοντά στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ. Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων συγκρούσεων, ο ισραηλινός στρατός δήλωσε ότι οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις δεν θα επιτρέψουν την ύπαρξη στρατιωτικής απειλής στη νότια Συρία και θα δράσουν εναντίον της. Όπως κι έγινε.
Ομοίως ενήργησε και ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος δήλωσε ότι δεν θα επιτρέψει στις συριακές δυνάμεις να εισέλθουν νότια της Δαμασκού, τονίζοντας ότι οι ισραηλινές δυνάμεις θα διασφαλίσουν την αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής που βρίσκεται δίπλα στα σύνορα με τη Συρία. Η ισραηλινή πολεμική αεροπορία έχει πραγματοποιήσει εκτεταμένες επιθέσεις εναντίον συριακών στρατιωτικών υποδομών, με στόχο να αποτραπεί οποιασδήποτε μελλοντική συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του Ισραήλ.
Η δεύτερη ανησυχία της ισραηλινής κυβέρνησης αφορά το πολιτικό μέλλον της Συρίας και την εξυπηρέτηση του στρατηγικού στόχου του Τελ Αβίβ για μια ομόσπονδη Συρία με αποκεντρωμένη διοίκηση. Το Ισραήλ υποστηρίζει τις δύο ισχυρές οργανωτικά μειονότητες στη Συρία -τους Κούρδους στα βορειοανατολικά και τους Δρούζους στο νότο- στις ενέργειές τους για ένα ομοσπονδιακό μοντέλο διακυβέρνησης. Μια κατακερματισμένη Συρία, διαιρεμένη σε εθνοτικές και θρησκευτικές γραμμές, θεωρείται από στελέχη της ισραηλινής κυβέρνησης ως ένας τρόπος διατήρησης της ισραηλινής κυριαρχίας στην περιοχή. Η συγκεκριμένη επιδίωξη εντάσσεται στο δόγμα Νετανιάχου για μια «Νέα Μέση Ανατολή», ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον, μια νέα πραγματικότητα στην περιοχή όπου η περιφερειακή σταθερότητα και ομαλοποίηση διμερών και πολυμερών σχέσεων θα εξασφαλίζεται μέσω αναδιαμορφωμένων συνόρων και συμμαχιών. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ επανέφερε πρόσφατα στο προσκήνιο αυτή τη στρατηγική, δηλώνοντας ότι ένα ενιαίο συριακό κράτος με αποτελεσματικό έλεγχο και κυριαρχία σε όλη την επικράτειά του είναι «μη ρεαλιστική εξέλιξη».
Και ποιος ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών;
Τα δεδομένα μέχρι τώρα αποδεικνύουν ότι η διοίκηση Τραμπ παρέχει στήριξη στο νέο καθεστώς της Συρίας, σε μια προσπάθεια να επανακτήσει τον έλεγχο και να σταθεροποιήσει τη χώρα απέναντι στον διοικητικό και στρατιωτικό κατακερματισμό. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους ενθαρρύνουν τη συριακή κυβέρνηση να προχωρήσει προς την ομαλοποίηση των σχέσεων με το Ισραήλ. Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι το Τελ Αβίβ έχει πραγματοποιήσει συνομιλίες με το νέο καθεστώς σχετικά με την πιθανότητα ένταξης της Συρίας στις Συμφωνίες του Αβραάμ (σ.σ. διπλωματικές συμφωνίες μεταξύ Ισραήλ κι αρκετών αραβικών κρατών που «πάγωσαν» λόγω της επίθεσης στη Γάζα), στις οποίες το καθεστώς στη Δαμασκό φαίνεται θετικό.
Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ, Τομ Μπαράκ, χαρακτήρισε τις πρόσφατες συγκρούσεις στη νότια Συρία ως «ανησυχητικές», ζητώντας αποκλιμάκωση και τονίζοντας την ανάγκη για ένα ειρηνικό, χωρίς αποκλεισμούς διάλογο για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των Δρούζων, των φυλών Βεδουίνων, της συριακής κυβέρνησης και των ισραηλινών δυνάμεων.
Δεδομένων των βαθιά ριζωμένων πολιτικών διαιρέσεων στην περιοχή, των περιφερειακών ανταγωνισμών, της διαφορετικής ατζέντας πολλών πλευρών και των ανεπίλυτων αιτημάτων από μειονοτικές ομάδες, η αναταραχή στη νότια Συρία είναι απίθανο να τερματιστεί σύντομα. Παρά την προσωρινή εκεχειρία, οι υποκείμενες εντάσεις παραμένουν ενεργές και περαιτέρω συγκρούσεις είναι αρκετά πιθανό να προκύψουν το επόμενο διάστημα.
*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.
