Ενώ ο κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα την εκεχειρία «α λα Τραμπ» και τον φόβο γενίκευσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή να παραμένει, ένα ακόμη ερώτημα έχει αναδυθεί μέσα από το χάος των εξελίξεων: θα μπορούσε η Ρωσία να προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στο Ιράν, την ώρα που παραμένει βυθισμένη στον αιματηρό πόλεμο της Ουκρανίας;
Το ερώτημα αυτό δεν είναι απλώς τεχνικό ή ακαδημαϊκό. Συνιστά βασικό κλειδί για την κατανόηση του νέου παγκόσμιου καταμερισμού ισχύος, που σχηματίζεται με φόντο την κατάρρευση του μεταψυχροπολεμικού διεθνούς συστήματος και την επανεμφάνιση αυτοκρατορικών λογικών στον σχεδιασμό της εξωτερικής πολιτικής.
Τα εργοστάσια δουλεύουν αλλά…
Η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν δίνει έναν εξαντλητικό πόλεμο φθοράς στην Ουκρανία. Οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό είναι τεράστιες, η οικονομία λειτουργεί σε κατάσταση πολέμου, και ολόκληρο το στρατιωτικό δόγμα της Μόσχας επαναπροσδιορίζεται στην πράξη.
Παρόλα αυτά, η Ρωσία διατηρεί και ενισχύει τις στρατηγικές της συμμαχίες εκτός Ευρώπης, με πρώτο και κύριο εταίρο το Ιράν. Η συνεργασία των δύο χωρών δεν είναι νέα. Θεμελιώθηκε στις δεκαετίες των κυρώσεων και κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Συρία, με επιχειρησιακή συνύπαρξη και ανταλλαγή τεχνολογίας και πληροφοριών.
Το 2022-2023 η σχέση τους έγινε βαθύτερη, όταν το Ιράν προσέφερε στη Μόσχα τεράστιο αριθμό drones τύπου Shahed, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν μαζικά στην Ουκρανία. Η Ρωσία, με τη σειρά της, παραχώρησε τεχνογνωσία και κρίσιμα εξαρτήματα για την ανάπτυξη πυραυλικών και δορυφορικών δυνατοτήτων στην Τεχεράνη.
Πλέον, σε περίπτωση που το Ιράν εμπλακεί άμεσα σε πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες (με το Ισραήλ βρίσκεται ήδη), ανακύπτει η πραγματική πολιτική πρόκληση για το Κρεμλίνο: θα επεκτείνει τη βοήθεια του στο επίπεδο της στρατιωτικής συμμετοχής ή θα περιοριστεί στον διπλωματικό θόρυβο και σε ενέργειες παρασκηνίου;
Υπάρχουν όμως οι δορυφόροι…
Η απάντηση δεν είναι απλή, και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δοθεί με όρους απόλυτης βεβαιότητας. Η Ρωσία αντιμετωπίζει κρίσιμους περιορισμούς. Η στρατιωτική της βιομηχανία εργάζεται νυχθημερόν, αλλά δεν αρκεί για να υποστηρίξει δύο πολέμους.
Οι απώλειες σε άρματα, πυραύλους, drones, και ειδικά σε αξιόμαχο προσωπικό, έχουν ήδη ξεπεράσει κάθε πρόβλεψη, παρά τις επισήμως υποβαθμισμένες αναφορές του ρωσικού υπουργείου Άμυνας. Οι περισσότεροι στρατιωτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι οποιαδήποτε μεγάλη αποστολή σύγχρονου εξοπλισμού στο Ιράν θα σήμαινε άμεση αποδυνάμωση των δυνάμεων στο ουκρανικό μέτωπο και αυξημένο ρίσκο για το Κρεμλίνο, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Επιπλέον, η άμεση εμπλοκή σε μια νέα σύγκρουση, εφόσον αυτή κλιμακωθεί σε πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, θα έθετε τη Ρωσία σε – έμμεση – αντιπαράθεση με τον αμερικανικό στρατό και το Ισραήλ, κάτι που η Μόσχα, επιδιώκει να αποφύγει.
Ωστόσο, οι περιορισμοί δεν συνεπάγονται αδράνεια. Το πιο πιθανό σενάριο είναι η Ρωσία να ενισχύσει το Ιράν με άλλους, λιγότερο εμφανείς αλλά εξίσου ουσιαστικούς τρόπους. Η μεταφορά τεχνολογίας, η παροχή κρίσιμων εξαρτημάτων για πυραυλικά και ραντάρ, οι ηλεκτρονικές και δορυφορικές πληροφορίες μέσω βάσεων ραντάρ μεγάλου βεληνεκούς σε Ρωσία και Συρία, η εκπαίδευση Ιρανών σε αντι-drone τακτικές και η εμπλοκή συμβούλων στρατιωτικών υπηρεσιών, όπως η GRU ή η FSB, συνιστούν μορφές συνδρομής που προσφέρουν στη Ρωσία πλεονεκτήματα χωρίς άμεσο κόστος.
Το Κρεμλίνο χαμογελά χαιρέκακα
Αυτή η μορφή υποστήριξης διατηρεί τον βασικό στόχο του Κρεμλίνου, ο οποίος δεν είναι άλλος από τη διατήρηση της γεωπολιτικής επιρροής του ως παγκόσμιου πόλου, την αναβάθμιση της εικόνας του ως προστάτη των αντι-Δυτικών δυνάμεων, αλλά και τη στρατηγική χρησιμοποίηση του Ιράν ως μέσου πίεσης προς τη Δύση.
Αν η Ουάσινγκτον γνωρίζει ότι η Μόσχα μπορεί να ανάψει ή να σβήσει τη φωτιά στη Μέση Ανατολή, τότε το ρωσικό χαρτί αποκτά αξία στα παζάρια που αφορούν την Ουκρανία, τις κυρώσεις, ή ακόμα και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Ο Πούτιν έχει αποδείξει ότι δεν υποτιμά τα κανένα μέτωπο, οποιασδήποτε έντασης στο χώρο συμφερόντων του, γιατί ξέρει ότι εκεί διαμορφώνεται η πραγματική ισορροπία τρόμου και ευκαιριών.
Η Ρωσία γέφυρα για Κίνα;
Σε κάθε περίπτωση, η Ρωσία δεν αναμένεται να προχωρήσει σε αποστολή τακτικών μονάδων, ούτε σε παράδοση μαχητικών όπως τα Su-35 ή τα εξελιγμένα πυραυλικά συστήματα S-400, τα οποία θεωρούνται κρίσιμα για την προστασία του ρωσικού εναέριου χώρου και την αποτροπή του ΝΑΤΟ.
Αντιθέτως, η συνδρομή της αναμένεται να λάβει τον χαρακτήρα υποστηρικτικής παρουσίας, χωρίς εμφανή ανάμειξη, με σκοπό να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ ισχύος και διπλωματικού αποτυπώματος.
Το βασικό πλεονέκτημα της Μόσχας δεν είναι η αριθμητική ισχύς αλλά η δυνατότητα να λειτουργεί ως καταλύτης σε περιφερειακές συμμαχίες, όπως η άτυπη ομάδα Ρωσίας – Ιράν – Βόρειας Κορέας – Κίνας, απέναντι σε ΗΠΑ – Ισραήλ – Ε.Ε. – ΝΑΤΟ.
Το ερώτημα λοιπόν μετατίθεται. Όχι αν θα βοηθήσει η Ρωσία το Ιράν, αλλά πώς και πότε θα το κάνει. Η απάντηση, πιθανότατα, δεν θα δοθεί με πυραύλους ή αρμάδες, αλλά με σιωπηλές κινήσεις σε παρασκήνια που αποκαλύπτονται μόνο σε δορυφορικές λήψεις και διαβαθμισμένες αναφορές. Το διεθνές δίκαιο μπορεί να είναι ο κώδικας των αδυνάτων, αλλά η ισχύς εξακολουθεί να καθορίζει τους όρους με τους οποίους λειτουργεί ο κόσμος.
Και όσο η Ρωσία βλέπει τη Δύση να φλέγεται ταυτόχρονα σε Ουκρανία, Μέση Ανατολή και Ειρηνικό, τόσο περισσότερο θα χαμογελά στα κλειστά δωμάτια του Κρεμλίνου. Όχι γιατί νίκησε. Αλλά γιατί πέτυχε τον σκοπό της: να φέρει ξανά το χάος στην αυλή εκείνων που νόμιζαν ότι κυβερνούν τον πλανήτη.
