Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Έτσι οι Αχαιοί ω Αχιλλέα ήταν συγκεντρωμένοι γύρω έτοιμοι για τον πόλεμο. Το ίδιο έτοιμοι ήταν και οι Τρώες. Στην κορυφή του Ολύμπου ο Δίας με αγγελιοφόρο την Θέμιδα, καλεί όλους τους θεούς σε συνέλευση στα Ολύμπια δώματα του.

Όλοι οι θεοί των ποταμών έφτασαν στη σύναξη, μόνο ο Ωκεανός δεν πήγε. Δεν έλειψε καμιά νύμφη απ’ όσες κυβερνούν τα δάση, τις πηγές και τα λιβάδια. Όλοι οι θεοί μαζεύτηκαν στο ανάκτορο του Δία που τόσο εμπνευσμένα σχεδίασε και κατασκεύασε ο Ήφαιστος. Η Θέμιδα ενημέρωσε τον Ποσειδώνα τον Κοσμοσείστη που έφτασε και αυτός από το βαθύ πέλαγος και ρώτησε τον Δία:

«Ω! μέγα Ζευ κεραύνιε τι θέλεις να μας είπεις; Πρόκειται για τους Αχαιούς ή για τους γαύρους Τρώες; Φοβάμαι πάλι οι σφαγές θ` αρχίσουνε στην Τροία». Ο Δίας του απάντησε ο άρχοντας του κόσμου:

«Κατάλαβες τις σκέψεις μου άρχοντα Κοσμοσείστη. Όλους εδώ σας κάλεσα γιατί πονώ για κείνους που χάθηκαν και θα χαθούν στον πόλεμο της Τροίας. Εγώ θα μείνω στο βουνό να βλέπω και να κρίνω. Εσείς να φτάσετε εκεί που γίνονται οι μάχες.  

Βοηθείστε τους αντιμαχομένους, τους Αχαιούς ή τους Τρώες, ανάλογα ποιους υποστηρίζετε. Φροντίστε όλα να γίνουν στην ώρα τους μην η ορμή και ο πόνος του Αχιλλέα αλλάξουν τη ροή των γεγονότων. Κρατείστε την θεϊκή τάξη σύμφωνα με όσα σας έχω πει».

Οι θεοί άκουσαν τις βουλές του Δία και έφτασαν αμέσως στο πεδίο της μάχης: Η Ήρα, ο Ποσειδών, η Αθηνά, ο Ερμής  και ο Ήφαιστος βρέθηκαν στο πλευρό των Αχαιών δίπλα στα πλοία τους.  

Στο πλευρό των Τρώων βρέθηκαν οι Άρης, ο Απόλλων, η Άρτεμις, η Αφροδίτη, η Λητώ, ο Ξάνθος.  

Οι Τρώες είχαν πολύ φοβηθεί που επέστρεψε στον πόλεμο ο λαμπρός, μέσα στα θεϊκά του άρματα, Αχιλλέας, έτοιμος να εκδικηθεί για τον θάνατο του Πατρόκλου.

Υ 50. Ζωντάνεψε η πολεμόχαρη Έριδα. Από τη μια μεριά η Αθηνά όρθια ενθάρρυνε τους Αχαιούς   και από την άλλη ο Άρης σαν λαίλαπας οδηγούσε τους Τρώες. Οι θεοί συδαύλιζαν τους αντιπάλους να χτυπιούνται με ορμή ανάμεσα τους.  

Ο Δίας βροντά κι αστράφτει στα ουράνια και ο Ποσειδών ταρακουνά τα συθέμελα τη γη. Τρίζουν και κουνιούνται οι πλαγιές και τα θεμέλια της Ίδας, το τρωικό κάστρο, η Τροία και τα ελληνικά καράβια. Ο κόσμος χάνεται. Ακόμα και ο Άδης σκιάχτηκε και πετάχτηκε από τον θρόνο του, με φόβο, καθώς ταρακουνούσε ο Κοσμοσείστης Ποσειδών τη γη. Φοβήθηκε ο άρχων του κάτω κόσμου μήπως με τον τρομερό σεισμό του αδελφού του Ποσειδώνα ανοίξει η γη και φανεί το βασίλειο του. Το βασίλειο του κάτω κόσμου έπρεπε να μείνει κρυφό από τους θνητούς και τους αθανάτους. Οι αθάνατοι δεν συμπαθούν τον μαύρο κι αραχνιασμένο κάτω κόσμο του Πλούτωνα.  

Τώρα όμως οι αθάνατοι είχαν άλλες προτεραιότητες. Έπρεπε να στηρίξουν τις παρατάξεις τους στην τιτάνια σύγκρουση που ακολουθούσε.

Ο Απόλλων κρατούσε τα βέλη του απέναντι από τον Ποσειδώνα.  

Ο Άρης έστεκε αντίκρυ στην Αθηνά και η Άρτεμις απέναντι στην Ήρα. Η Λητώ έστεκε αντίκρυ στον Ερμή και απέναντι στον θεό ποταμό Ξάνθο, που οι θνητοί αποκαλούν Σκάμανδρο, έστεκε ο Ήφαιστος. Πέντε θεοί, σε θέση μάχης, απέναντι σε άλλους πέντε θεούς. Δέκα θεοί ετοιμοπόλεμοι κάτω από τις βουλές του Διός.

Ο Αχιλλέας αδημονούσε να συναντήσει τον μισητό του αντίπαλο, τον Έκτορα και να τελειώνει μαζί του.

Ο Απόλλων ξεσήκωσε τον Αινεία, βάζοντας του θάρρος στα στήθη, να ορμήσει εναντίον του Αχιλλέα. Πήρε τη μορφή και τη φωνή του Πριαμίδη Λυκάονα και είπε στον Αινεία:

«Εσύ Αινεία δεν καυχιόσουν στα τραπέζια με τα φαγητά και το κρασί μπροστά στους αρχηγούς των Τρώων, πως θα τα βάλλεις με τον Αχιλλέα τον ανίκητο γιο του βασιλιά Πηλέα;». Ο Αινείας είπε:

«Λυκάονα γιε του Πριάμου, μου ζητάς να σταθώ απέναντι στον άφοβο Αχιλλέα; Έχω βρεθεί απέναντι στο κοντάρι του όταν πάνω στην Ίδα, θέλησε να αρπάξει την αγέλη των βοδιών μας. Κατέλαβε την Λυρνησσό και την Πήδασο. Εγώ σώθηκα γιατί ο Δίας μου έδωσε φτερά στα πόδια να φύγω να σωθώ από τον ανίκητο Αχιλλέα που εμψυχώνει η Παλλάδα Αθηνά να ρίχνει νεκρούς Τρώες και Λέλεγες. Κανείς δε στέκει απέναντι στον άτρομο Αχιλλέα γιατί του Όλυμπου οι θεοί πάντα τον προστατεύουν. Αυτός σαν σίφουνας ορμά, ακάθεκτος στη μάχη και τότε μόνο σταματά αν τον εχθρό σκοτώσει.

Υ 100 Αν δίκαια μας ζύγιζαν στη μάχη οι θεοί μας τότε εγώ θα έστεκα να κτυπηθώ μαζί του και ας έχει όπλα θεϊκά και χάλκινος ας είναι».

Ο Απόλλων με τη μορφή και τη φωνή του Λυκάονα απάντησε στον Αινεία: « Λένε για σένα αντρόκαρδε πως έχεις για μητέρα την ωραιότερη θεά την κάλλιστη Αφροδίτη. Είναι μια μέγιστη θεά κόρη του μέγα Δία. Του Αχιλλέα η μαμά είναι θεά επίσης μα είν` πολύ κατώτερη από την Αφροδίτη που κόρη είναι του Διός του νεφελοσυντάχτη. Τον Γέροντα της θάλασσας έχει αυτή πατέρα. Μη σκιάζεσαι λοιπόν εσύ τον μπρούτζινο Πηλείδη».  

Ο Αινείας γέμισε δύναμη και θάρρος και όρμησε ακάθεκτος ανάμεσα στην εμπροσθοφυλακή φορώντας  το αστραφτερό του κράνος. Η Ήρα διέκρινε τις προθέσεις του Αινεία και είπε στους θεούς που στήριζαν τους Έλληνες:

«Ποσειδώνα και Αθηνά για δείτε τον Αινεία με πόσο θάρρος εφορμά πάνω στον Αχιλλέα. Το θάρρος του το έδωσε ο Φοίβος ο Απόλλων. Γρήγορα πρέπει τώρα εμείς πίσω να τον γυρνάμε. Έπειτα ένας από μας να πει στον Αχιλλέα πως είναι ο καλύτερος και πως αυτόν στηρίζουν οι κυριότεροι θεοί με τη βουλή του Δία.(2). Σήμερα πρέπει ο Αχιλλεύς τίποτα να μην πάθει κι η Μοίρα από αύριο γι αυτόν θ` αποφασίσει. Σήμερα να μη φοβηθεί ούτε θεό μπροστά του».

Ο Ποσειδών απάντησε στη λευκοχέρα Ήρα:

« Ήρα μη χάνεις το κουράγιο σου, μην παίρνεις φωτιά. Δε σου ταιριάζει. Είσαι η σύζυγος του Διός. Κι εγώ δεν θέλω να κτυπηθώ με τους θεούς που στηρίζουν τους Τρώες, κι ας είμαστε  πολύ ανώτεροι τους. Προτείνω να παρακολουθήσουμε τις συγκρούσεις από ψηλά και να επέμβουμε μόνο όταν οι απέναντι θεοί και κυρίως ο Άρης και ο Απόλλων, φέρουν εμπόδια στην πορεία του Αχιλλέα. Αν γίνει αυτό θα τους αναγκάσουμε με βία να επιστρέψουν στον Όλυμπο».  

Πήγανε και καθίσανε στου Ηρακλή το τείχος και

Υ 150 με πυκνό τριγύρω σύννεφο όλοι τους σκεπαστήκαν. Και οι «αντίπαλοι» θεοί κάθισαν αντίκρυ, γύρω από σένα Φοίβε Απόλλωνα και τον πολεμόχαρο Άρη. Το πεδίο της μάχης άστραφτε από τα χάλκινα όπλα των πολεμιστών και η γη έτρεμε από τα βαριά βήματα των οπλιτών. Ο Αχιλλέας και ο Αινείας μπροστάρηδες στα δύο αντίπαλα στρατόπεδα λαχταρούσαν ν` αρχίσει η συμπλοκή. Ο Αινείας έκανε το πρώτο βήμα και σαν λιοντάρι που απειλείται, ακολούθησε ο Αχιλλέας που μίλησε στον αντίπαλο του και του είπε:

«Αινεία πολύ δεν απομακρύνθηκες από τους υπόλοιπους συντρόφους σου; Θέλεις να γίνεις αρχηγός των συμμάχων σου Τρώων παίρνοντας την εξουσία από τον Πρίαμο; Αλλά κι αν με ρίξεις στη γη μην απατάσαι. Ο βασιλιάς Πρίαμος ξέρει σε ποιον θα παραδώσει το στέμμα του. Αλλά μήπως οι Τρώες σου έταξαν περιουσίες πλούσιες στη γη της Τρωάδας; Σου υποσχέθηκαν ότι αν με σκοτώσεις θα σου δώσουν το καλύτερο μετόχι με αμπέλια και καρπερά χωράφια; Δύσκολα πολύ θα τα καταφέρεις να με νικήσεις. Θυμάσαι και παλιότερα, στην Ίδα,  είχες επιχειρήσει  να μου επιτεθείς αλλά το βαλες στα πόδια μπροστά στην απειλή του κοφτερού μου δόρατος, αφήνοντας το κοπάδι των βοδιών σου σε μένα. Έτρεξες να γλυτώσεις χωρίς να ρίξεις μια ματιά πίσω σου. Τότε σε σώσανε οι θεοί μα τώρα δε γλυτώνεις. Γύρνα στο κάστρο να κρυφτείς πριν πάρω τη ζωή σου».

Ο Αινείας τότε μίλησε κι απάντηση του δίνει:

Υ 200 « Αχιλλέα δεν είμαι μικρό παιδί να τρομάξω και να φοβηθώ με όσα λες. Γνωρίζω κι εγώ να μιλώ προσβλητικά. Ξέρουμε ο ένας για το σόι του άλλου από κουβέντες που λέγονται. Έχω ακούσει για τον σπουδαίο πατέρα σου τον Πηλέα και την μητέρα σου την όμορφη Νύμφη της θάλασσας Θέτιδα. Εγώ, όπως ξέρεις, είμαι γιος του γενναίου Αγχίση και της θεάς Αφροδίτης. Έφτασε λοιπόν η μέρα που οι γονείς μου ή οι δικοί σου γονείς θα κλάψουν το παιδί τους. Μην κουράζεσαι λοιπόν να λες φοβέρες και παιδιάστικες απειλές. Πίσω δεν θα κάνω. Γνωρίζεις πως γενάρχης μας ήταν ο Δάρδανος ο γιος του Δία. Αυτός ήταν ο ήρως κτίστης της Δαρδανίας την εποχή την παλιά που ακόμα δεν υπήρχε η Τροία. Ο Δάρδανος ήταν ο πατέρας του πάμπλουτου βασιλιά Εριχθόνιου. Τρεις χιλιάδες φοράδες δικές του έβοσκαν στα πλούσια λιβάδια της Δαρδανίας. Ο θεός Βορέας ξελογιάστηκε με τις όμορφες φοράδες και μεταμορφώθηκε σε περήφανο ψηλό μπεγίρι με γαλάζια χαίτη και ζευγάρωσε μαζί τους. Γεννήθηκαν έτσι δώδεκα θεϊκά όμορφα πουλάρια που τρέχανε και παίζανε στις κορυφές στα στάχυα χωρίς να τα λυγίσουνε σαν να μην είχαν βάρος. Καλπάζανε και παίζανε στις κορυφές στο κύμα εκεί που σπάει ο αφρός στης θάλασσας τη ράχη. Ο Εριχθόνιος ήταν πατέρας του Τρώα που υπήρξε ο γενάρχης των Τρώων. Αυτός έφερε στον κόσμο τρεις ασύγκριτους γιους: Ίλο, Ασσάρακο και Γανυμήδη που ήταν ο ωραιότερος των θνητών. Ήταν τόσο ωραίος που οι θεοί τον ανέβασαν στον ουράνιο Όλυμπο να ζει μαζί τους και να είναι ο οινοχόος του Διός. Ο Ίλος ήταν πατέρας του Λαομέδοντα που έφερε στον κόσμο τους Τιθωνό, Λάμπο, Ικετάονα, Πρίαμο και Κλιτύο. Ο Ασσάρακος ήταν πατέρας του Κάπη που έφερε στον κόσμο τον πατέρα μου Αγχίση. Αυτή είναι η καταγωγή μου, η γενιά μου και είμαι περήφανος γι αυτό. Ο Δίας όμως είναι πάνω απ` όλους μας κι αυτός αποφασίζει για την πορεία και τη γενναιότητα μας. Ας αφήσουμε τις παιδιάστικες απειλές και τα προσβλητικά λόγια. Με τέτοια ένα τεράστιο καράβι με εκατό κουπιά μπορούμε να γεμίσουμε. Η γλώσσα των ανθρώπων είναι γρήγορη και φτερωτή και γεμίζει έναν ολόκληρο κάμπο με λόγια για θερισμό.

Υ 250 ὁπποῖόν κ’ εἴπῃσθα ἔπος, τοῖόν κ’ ἐπακούσαις.

Όποια κουβέντα και να πεις την ίδια θα ακούσεις (3).

Ας αφήσουμε τα λόγια και τις προσβολές. Μην τσακωνόμαστε με λόγια όπως κάνουν οι γυναίκες σαν μαλώνουν μεταξύ τους όταν τις κατακλύζει η χολή και ο θυμός. Τα λόγια τα προσβλητικά εμένα δε με πιάνουν, εμπρός λοιπόν τα όπλα μας να πάρουνε τον λόγο και τα χαλκά κοντάρια μας να δώσουνε τη λύση».  

Μετά από τα λόγια αυτά ο γενναίος Αινείας εξακόντισε το δόρυ του εναντίον του Αχιλλέα. Εκείνος απέκρουσε τη βολή με τη θεϊκή του ασπίδα, έργο του Ηφαίστου. Ο Αχιλλέας αμυνόμενος κράτησε γερά την ασπίδα μακριά από το σώμα του μήπως και το μακρύ κοφτερό κοντάρι του Αινεία την διαπεράσει και τον κτυπήσει. Σαν το παιδί αντέδρασε και δεν κατάλαβε αυτός ότι τα δώρα των θεών, από θνητούς εύκολα δε νικιούνται, ούτε ζημιά παθαίνουνε (4). Το κοντάρι του Αινεία πέρασε μόνο τις δύο από τις πέντε στρώσεις της ασπίδας. Πέντε πτυχές διάστρωσε ο Ήφαιστος επάνω, δυο χάλκινες, δυο μπρούτζινες και μια χρυσή ακόμη όπου και εσταμάτησε το χάλκινο κοντάρι. (5).

Ακολούθως ρίχνει το κοντάρι του ο Αχιλλέας. Βρίσκει  στην περιφέρεια την ολοστρόγγυλη ασπίδα του Αινεία ο οποίος με επιδέξιο χειρισμό αλλά και φόβο σηκώνει ψηλά την ασπίδα και το κοντάρι μαζί με την ασπίδα πέφτουν  πίσω από τον Αινεία. Ο Αχιλλέας αμέσως τραβά το σπαθί και επιτίθεται  ουρλιάζοντας στον φοβισμένο Αινεία που σηκώνει μια τεράστια πέτρα για να κτυπήσει τον Αχιλλέα στο κεφάλι. Ήταν τόσο μεγάλη και βαριά η πέτρα αυτή που δυο γεροδεμένοι άντρες δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν.  

Ο Ποσειδών που παρακολουθεί τη συμπλοκή λέει στους άλλους θεούς:

«Λυπάμαι μα θα κατεβεί στον Άδη ο Αινείας γιατί παραπλανήθηκε απ` όσα του `πε ο Φοίβος.  

Υ 300 Μπορούμε να τον σώσουμε γιατί σε μας πιστεύει και πάντα δώρα ακριβά και πλούσια προσφέρει σε όλους τους αθάνατους με σέβας και αγάπη. Αν τον σκοτώσει ο Αχιλλεύς ο Δίας θα θυμώσει γιατί δεν πρέπει να χαθεί το γένος των Δαρδάνων.  Ο Δίας αποφάσισε από τώρα και έπειτα να βασιλέψει στους λαούς της Τρωάδος, όχι πια ο Πρίαμος και ο Έκτωρ αλλά ο Αινείας και όλοι οι απόγονοι του. Πρέπει λοιπόν να μείνει ζωντανός.».

Η Ήρα απάντησε στον Ποσειδώνα:

«Αν θέλεις Κοσμοσείστη σώσε τον Αινεία γιατί εγώ κι η Αθηνά έχουμε ορκιστεί πολλές φορές μπροστά στους άλλους θεούς να μη σώσουμε ποτέ κανένα Τρώα ακόμα κι εκείνη τη στιγμή που οι Έλληνες θα πυρπολούν την Τροία απ` άκρη σ` άκρη».  

Ο Ποσειδώνας έτρεξε μέσα στη μάχη και όταν έφτασε στον Αχιλλέα τον σκέπασε με πυκνή ομίχλη. Ξεκάρφωσε το κοντάρι από την ασπίδα του Αινεία και το ακούμπησε μπροστά στον Αχιλλέα. Έπειτα ο Ποσειδών σηκώνει ψηλά τον Αινεία και τον εκσφενδονίζει μακριά πίσω. Έπεσε πέρα μακριά από στρατό κι αμάξια. Σαν πούπουλο τον πέταξε μακράν του Αχιλλέως. Έπειτα δίπλα στάθηκε και είπε του Αινεία:

«Αινεία ποιος σε τύφλωσε από τους αθανάτους και τόλμησες και στάθηκες μπροστά στον Αχιλλέα; Αυτός είναι ανίκητος και οι θεοί του στέκουν με πρώτο και καλύτερο τον Δία τον Κρονίδη. Όταν θα λείψει ο Αχιλλεύς όπως ορίζει η Μοίρα τότε κανένα Αχαιό εσύ δε θα φοβάσαι».

Ο Ποσειδών διάλυσε την αντάρα γύρω από τον Αχιλλέα που άνοιξε τα μάτια του μονολογώντας:

«Βλέπω το δόρυ μου εδώ μα όχι τον Αινεία. Θαύμα μεγάλο έγινε σαν ήμουν στην ομίχλη. Φαίνεται πως οι θεοί φύλαξαν τον Αινεία και γλύτωσε απ` τα χέρια μου την τελευταία ώρα. Δεν παινευόταν άδικα με όσα αυτός μου είπε για τη δική του τη γενιά που κι οι θεοί σεβόταν.  

Υ350 Όμως κουράγιο δε θα βρει ποτέ του απέναντι μου. Χρέος μου είναι τώρα πια τους φίλους να γκαρδιώσω και έπειτα τον Έκτορα να βρω να εξοντώσω».

Ο Αχιλλέας φώναζε σε όλους:

«Μη διστάζετε Αργείοι, ορμήστε με φόρα στους Τρώες, στήθος με στήθος. Δε μπορώ μόνος μου να τους νικήσω όλους. Ούτε ο Άρης θα το μπορούσε αυτό, ούτε η Αθηνά. Μη χάνετε χρόνο. Οι θεοί μας στηρίζουν κι εγώ δε θα σταματήσω με το κοντάρι μου να σκοτώνω τους Τρώες».

Ο Έκτορας, από την άλλη μεριά φώναζε στους συντρόφους του:

«Μην ακούτε τα λόγια του Αχιλλέα συμπολεμιστές μου. Με τα λόγια και με θεούς τα βάζουμε. Δεν μπορεί ούτε ο Πηλείδης να κάνει τα λόγια του όλα πράξεις. Κι αν κατορθώσει κάτι το επόμενο εγχείρημα του δεν θα το τελειώσει.  Είμαι έτοιμος να βρεθώ μπροστά του και να τον αντιμετωπίσω κι ας έχει χέρια πύρινα και μένος που αστράφτει.

Ο Απόλλων τότε μίλησε στον Έκτορα τον θείο:

«Κρατήσου Έκτωρ και μη βγεις μπροστά στον Αχιλλέα. Καλύτερα περίμενε στο πλήθος να τον σμίξεις που είναι εκεί  πιο εύκολο εσύ να τον κτυπήσεις».

Αυτά του είπε ο θεός κι εκείνος εφοβήθη και χώθηκε και χάθηκε στο στράτευμα του μέσα.

Ο Αχιλλέας όρμησε στους Τρώες με κραυγές και αλαλαγμούς. Πρώτα σκοτώνει τον Ιφιτίωνα το γιο του Οτρυντέα και μιας νύμφης. Ο Αχιλλεύς καυχήθηκε και στον νεκρό μιλάει: « Γιε του Οτρυντέα περήφανε, σε τρέμαν οι εχθροί σου μα τώρα κείτεσαι στη γη με την ψυχή στον Άδη».

Ο Αχιλλέας κτυπά μετά και σκοτώνει τον Δημολέοντα το γιο του Αντήνορα.  

Υ 400 Τον κτύπησε στο κεφάλι. Το κράνος διαλύθηκε κι εκείνος έπεσε νεκρός στο χώμα. Έπειτα κτύπησε με το φονικό του δόρυ τον Ιπποδάμα καθώς εγκατέλειψε το άρμα του και έτρεχε να γλυτώσει από τη φονική μανία του Αχιλλέα. Μετά κτυπά και σκοτώνει τον μικρότερο γιο του Πριάμου τον Πολύδωρο που `ταν στα πόδια γρήγορος, πιο γρήγορος απ` όλους. Ο Έκτορας είδε το μικρό του αδελφό νεκρό δεν άντεξε και με ορμή στρέφεται να κτυπήσει τον Αχιλλέα που φώναξε:

«Έρχεται κατεπάνω μου ο ασεβής εχθρός μου που με καψε σαν σκότωσε τον Πάτροκλο τον θείο. Έλα πλησίασε εδώ στον Άδη να σε στείλω». Ο Έκτωρ του απάντησε χωρίς να χάσει χρόνο:

« Δε με τρομάζεις με αυτά που λες και ξεστομίζεις. Γνωρίζω και εγώ να πω φοβέρες Αχιλλέα. Γνωρίζω πως πιο ισχυρός είσαι εσύ Πηλείδη, όμως καλά το κάτεχε, καθόλου δε φοβάμαι. Στο τέλος οι αθάνατοι θα κάνουν το δικό τους και μάθε πως το δόρυ μου μπορεί να σε σκοτώσει».  

Έριξε με αποφασιστικότατα και δύναμη το κοντάρι του στον Αχιλλέα αλλά η Αθηνά του άλλαξε πορεία και αστόχησε. Το κοντάρι σαν πουλί γύρισε και έπεσε μπροστά στα πόδια του Έκτορα με την θεϊκή παρέμβαση.

Ο Αχιλλέας σαν τον μαύρο Χάρο με κραυγές και αλαλαγμούς ορμά πάνω του να πάρει τη ζωή του. Ο Φοίβος Απόλλων άρπαξε τον Έκτορα αφού τον σκέπασε με πυκνό νέφος ώστε να γίνει αόρατος. Τρεις φορές όρμησε ο φτεροπόδαρος Αχιλλεύς και τρεις φορές κτύπησε το πυκνό σύννεφο και όχι τον πραγματικό στόχο του. Την τέταρτη φορά όρμησε σαν θεός λέγοντας:  

« Σκύλε και πως μου ξέφυγες. Μια τρίχα και χανόσουν. (7).

Υ 450. Πάλι σε γλύτωσε ο Απόλλων, με τόσα ταξίματα που κάνεις, με τόσες προσφορές που του παρέχεις. Αλλά και μένα θεός με προστατεύει».

Γεμάτος μανία ο Αχιλλέας ξεσπά σκοτώνοντας τον Δρύσπα και αμέσως μετά  τον Δημούχο το γιο του Φιλήτορα. Έπειτα γκρεμίζει από το αμάξι τους τον Λαογόνο και τον Δάρδανο τους γιους του Βία. Τον ένα τον σκότωσε με το κοντάρι και τον άλλο με το σπαθί. Δε γλύτωσε τον θάνατο ούτε ο Τρώας ο γιος του Αλάστορα που έπεσε ικέτης  στα γόνατα του Αχιλλέα ζητώντας έλεος.

Η μηχανή του θανάτου, που είχε μεταμορφωθεί ο μανισμένος Πηλείδης, δεν είχε σταματημό. Καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορούσε να τον νικήσει και μόνο οι θεοί μπορούσαν να τον ανακόψουν. Σκοτώνει με ταχύτητα ασύλληπτη τον έναν πίσω από τον άλλο: Τον Μούλιο. τον Έχεκλο Αγηνορίδη, τον Δευκαλίωνα, τον Ρίγμο το γιο του Πείρη, τον Αρήθοο.

Σαν τη φλόγα που κλωθογυρίζει από δυνατό αέρα και καίει δάσος σε βουνό, έτσι κι ο Αχιλλέας οπλισμένος με τα θεϊκά του όπλα ορμούσε ασταμάτητος σαν θεός του πολέμου πατώντας στα αίματα και στα νεκρά σώματα.

Τέλος ραψωδίας Υ` Ιλιάδος.

Σημειώσεις:

1. Οι θεοί στις μάχες: Υ 33 κ.ε.

Φροντίστε όλα να γίνουν στην ώρα τους μην η ορμή και ο πόνος του Αχιλλέα αλλάξουν τη ροή των γεγονότων. Κρατείστε την θεϊκή τάξη σύμφωνα με όσα σας έχω πει».

Οι θεοί άκουσαν τις βουλές του Δία και έφτασαν αμέσως στο πεδίο της μάχης: Η Ήρα, ο Ποσειδών, η Αθηνά, ο Ερμής  και ο Ήφαιστος βρέθηκαν στο πλευρό των Αχαιών δίπλα στα πλοία τους.  

Στο πλευρό των Τρώων βρέθηκαν οι Άρης, ο Απόλλων, η Άρτεμις, η Αφροδίτη, η Λητώ, ο Ξάνθος.  

Ἥρη μὲν μετ’ ἀγῶνα νεῶν καὶ Παλλὰς Ἀθήνη
ἠδὲ Ποσειδάων γαιήοχος ἠδ’ ἐριούνης
Υ 35Ἑρμείας, ὃς ἐπὶ φρεσὶ πευκαλίμῃσι κέκασται·
Ἥφαιστος δ’ ἅμα τοῖσι κίε σθένεϊ βλεμεαίνων
χωλεύων, ὑπὸ δὲ κνῆμαι ῥώοντο ἀραιαί.
ἐς δὲ Τρῶας Ἄρης κορυθαίολος, αὐτὰρ ἅμ’ αὐτῷ
Φοῖβος ἀκερσεκόμης ἠδ’ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα
Υ 40Λητώ τε Ξάνθός τε φιλομειδής τ’ Ἀφροδίτη.

(2). Άριστοι αθανάτων.

Υ 120αὐτόθεν, ἤ τις ἔπειτα καὶ ἡμείων Ἀχιλῆϊ
παρσταίη, δοίη δὲ κράτος μέγα, μηδέ τι θυμῷ
δευέσθω, ἵνα εἰδῇ ὅ μιν φιλέουσιν ἄριστοι
ἀθανάτων,  

Έπειτα ένας από μας να πει στον Αχιλλέα πως είναι ο καλύτερος και πως αυτόν στηρίζουν οι κυριότεροι θεοί με τη βουλή του Δία.

(3). Υ 250 ὁπποῖόν κ’ εἴπῃσθα ἔπος, τοῖόν κ’ ἐπακούσαις.

Ο λόγος έχει αντίλογο και ότι πεις θ` ακούσεις. 

(4). νήπιος, οὐδ’ ἐνόησε κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμὸν
Υ 265ὡς οὐ ῥηΐδι’ ἐστὶ θεῶν ἐρικυδέα δῶρα
ἀνδράσι γε θνητοῖσι δαμήμεναι οὐδ’ ὑποείκειν.

Σαν το παιδί αντέδρασε και δεν κατάλαβε αυτός ότι τα δώρα
Υ 265των θεών  από θνητούς εύκολα δε νικιούνται,
ούτε ζημιά παθαίνουνε.

(5). ἄρ’ ἔτι τρεῖς
Υ 270ἦσαν, ἐπεὶ πέντε πτύχας ἤλασε κυλλοποδίων,
τὰς δύο χαλκείας, δύο δ’ ἔνδοθι κασσιτέροιο,
τὴν δὲ μίαν χρυσῆν, τῇ ῥ’ ἔσχετο μείλινον ἔγχος.

Πέντε πτυχές διάστρωσε ο Ήφαιστος επάνω, δυο χάλκινες, δυο μπρούτζινες και μια χρυσή ακόμη και έτσι δεν ξετρύπησε το χάλκινο κοντάρι.

(6) οὐδ’ Ἀχιλεὺς πάντεσσι τέλος μύθοις ἐπιθήσει,
Υ 370ἀλλὰ τὸ μὲν τελέει, τὸ δὲ καὶ μεσσηγὺ κολούει.
τοῦ δ’ ἐγὼ ἀντίος εἶμι καὶ εἰ πυρὶ χεῖρας ἔοικεν,
εἰ πυρὶ χεῖρας ἔοικε, μένος δ’ αἴθωνι σιδήρῳ.

Ούτε ο Αχιλλεύς μπορεί όλα να τα τελειώσει.  

Υ 370κι αν κάνει ένα, το δεύτερο  ποτέ δεν θα τελειώσει.

 Μπροστά του τώρα εγώ θα βγω, τα χέρια του με τη φωτιά κι αν μοιάζουν,
τα χέρια σαν τη φωτιά, και ο θυμός του με σίδερο π` αστράφτει.».

(7) ἐξ αὖ νῦν ἔφυγες θάνατον κύον· ἦ τέ τοι ἄγχι
Υ 450ἦλθε κακόν·

Σκύλε πάλι μου ξέφυγες στην τρίχα τη γλυτώνεις.

Και σήμερα συνηθίζεται η οργισμένη προσβλητική επίκληση: Σκύλε..

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στον αγαπημένο φίλο Γιάννη Βαφειάδη.