Η ζωή του Νεοέλληνα αποτελεί ένα κατεχόμενο κενό. Και αυτό γιατί όλη η δράση του υφαίνει το κρίμα, όλες οι αποφάσεις του ισορροπούν μεταξύ απροσδιοριστίας και θανάσιμης πλήξης.
Ζει μέσα στην αλυσίδα της παραίτησης και στην πρόγευση της αφασικής πτωχο-αλαζονείας. Διυλίζει την αλήθεια για να βρει ψήγματα δικαιολόγησης των πράξεών του. Καταργεί τη λογική για να υπερασπιστεί την αναπόδραστη προκατάληψή του. Θέτει τη ζωή του στον ίλιγγο της ακροβασίας των πολιτικο-οικονομικών συμφερόντων και των σκοτεινών χαρακωμάτων των ατέρμονων διαπλοκών. Και όλα αυτά γιατί παραμένει ανυποψίαστος και είναι γεμάτος από αντιφατικές «εκρήξεις» έχοντας παράλληλα μια άρνηση να αποδεχτεί την όποια ήττα του.
Λιποτάκτης της ευθύνης, ιδιότυπος, ανεξήγητος, δεν βλέπει τα βλέψιμα. Χρόνια περπατάει στον μακροχρόνιο δρόμο και περνά πότε από το αείρροο ποτάμι της ανθρώπινης πίκρας που γίνεται δάκρυ πόνου και πότε από το λάλο μονοπάτι της φάρσας που γίνεται δάκρυ γέλιου χωρίς να υποψιάζεται τα φορτισμένα διαστήματα της πολιτικής του ευθύνης.
Συνθηκολογεί με τις εξουσιαστικές κατοχές των ισχυρών αλλά ποτέ με την επιθυμία του. Ολη η ζωή του βρίσκεται σ’ ένα ανεβοκατέβασμα ή καλύτερα στον υδράργυρο ενός πυρετικού παραληρήματος μεταξύ παραίτησης και ακηδίας.
Πούλησε τη μνήμη του στις υποσχέσεις των ψηφοεπιβητόρων και υποθηκεύτηκε στα τέλματα της συμβατικής επιβίωσης. Ο πόνος του, η ταπείνωσή του πέρασαν στη λήθη για να μην κληθεί να δοκιμαστεί στην κατάπληξη της λάμψης του τολμήματος. Και η ελευθερία του, η αξιοπρέπειά του μπήκαν αρχικά στο ζύγι να μετρηθούν και στη συνέχεια να περάσουν στο ντιβάνι του Προκρούστη της εξουσίας για να τεμαχιστούν.
Δέχτηκε όλες οι βιωματικές του διάρκειες να κηδεμονευτούν και η ζωή του να σκηνοθετηθεί σε μονοκρατορικές διαταγές. Και κάτω από εντολές να κατευθύνει τη διαδρομή του βλέμματός του σε σημεία αναφοράς που καταργούν τις αιχμές και να στρέφεται (το βλέμμα του) σε ουδέτερες τεθλασμένες. Δηλαδή να προσγειώνεται η οπτική του ματιά σε ορίζοντες του παραστατικού περιβλήματος των ψευδαισθήσεων.
Νηπιάζει στα επείγοντα ο Νεοέλληνας και ξεσαλώνει στα επιφανειακά και στα αποσβεσμένα. Στους μυκηθμούς των κοινωνικών ηφαιστείων έκανε πίσω, βολεύτηκε στο θαμπόφωτο της ατολμίας, της άγνοιας, της αβουλίας και προσκύνησε τις περιπόρφυρες χίμαιρες. Εζησε την τραγωδία των Τεμπών αλλά με ραγιάδικη επιμονή ψήφισε τους απολέμιστους άριστους της Ν.Δ. για μια ακόμη φορά. Παρέλυσε η χώρα τα τέσσερα προηγούμενα χρόνια στις έντονες καιρικές συνθήκες και ο Ελληνας πολίτης με μπόλικα Μποφόρ αβελτηρίας συγχώρεσε τους μικρομωυσήδες της εξουσίας. Κάηκαν περιοχές της χώρας (π.χ. Εύβοια) αλλά ανέχτηκε ο Νεοέλληνας τα νεκραναστημένα κυβερνητικά επιχειρήματα και τις μιντιακές ψαλμουδιές που δικαιολογούσαν τις συμφορές στο όνομα των ακραίων κλιματολογικών συνθηκών και άλλων τέτοιων ανεκλάλητων ισχυρισμών.
Και βρέθηκε και πάλι θεατής στο ίδιο έργο λίγες μέρες μετά τις εκλογές του 2023, αλλά είναι βέβαιο ότι και πάλι θα πνίξει την οργή του και θα δείξει ανοχή και θα δεχτεί την υπολογισμένη αοριστία της κυβέρνησης ότι όλα θα διορθωθούν. Βλέπετε, ο Νεοέλληνας δεν διανυκτερεύει στις μαρμαρυγές της αγωνίας και στην πλησμονή της αξιοπρέπειας, αλλά στην τυφλή βιασύνη να δείξει πόσο μοντέρνος είναι. Ανέχεται τα λάθη, τις παραβλέψεις, τις κακοδιαχειρίσεις και τα μινχάουζεν ψέματα της εξουσίας, στο όνομα μιας δήθεν σκονιασμένης νεοφιλελεύθερης προοδευτικότητας.
Στέκεται με όσα συμβαίνουν σαν να βλέπει ταινία τρόμου ξέροντας ότι εκείνος δεν είναι μέσα στη σεκάνς και άρα είναι σίγουρος ότι θα σωθεί από τον μακελάρη της ταινίας. Ομως δεν έχει καταλάβει ότι είναι μέσα στη γιγαντο-οθόνη της χώρας που λέγεται Ελλάδα. Δηλαδή στο φιλμ όπου η καρικατούρα συναιρείται με το έγκλημα και ο πολιτικός ανθρωπισμός κρύβει τη νεκροπολιτική σε μια αδρανή ιστορία που φαλτσάρει με ασυδοσία.
Παραφράζοντας τον Αλμπέρ Καμί θα λέγαμε ότι όταν η νεκροπολιτική ντύνεται με τη φορεσιά της αθωότητας, είναι η αθωότητα που πρέπει να απολογηθεί για τις πράξεις της. Αυτό το αντιλαμβάνεται άραγε ο Νεοέλληνας;
* Καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας
