Μετά την πλήρη ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση η πλειονότητα των πολιτικών κομμάτων, των ΜΜΕ και των κοινωνικών επιστημόνων αντιμετωπίζει το ζωτικό θέμα της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής ως ένα, λίγο ή πολύ, λυμένο πρόβλημα. Μία αξιόλογη εξαίρεση αποτελεί το άρθρο του ομότιμου καθηγητή του ΕΜΠ Γ. Σαρηγιάννη (βλέπε «Εφ.Συν.», Νησίδες, 13-8-23), που θεωρεί το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης ως απόρροια της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης της χώρας από το εξωτερικό που θεμελιώθηκε με την έκθεση Βαρβαρέσου (1952). Παρά όμως την επίκληση του γνωστού δόγματος TINA, το πρόβλημα της εθνικής αναπτυξιακής στρατηγικής παραμένει επίκαιρο.
Τα σημαντικότερα τρέχοντα προβλήματα που προβλέπεται να καθορίσουν και τη μελλοντική μορφή οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας είναι κυρίως α) το πρόβλημα της ακρίβειας των βασικών ειδών διατροφής και της ενέργειας β) το δισεπίλυτο πρόβλημα του εμπορικού ελλείμματος και ο μέχρι τώρα τρόπος αντιμετώπισής του γ) η επιδείνωση των κλιματικών καταστροφών δ) οι πολιτικοοικονομικές επιπτώσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων και, τέλος, ε) οι δυσοίωνες οικονομικές εξελίξεις της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Ο πληθωρισμός και η συνεχιζόμενη ακρίβεια των βασικών ειδών διατροφής έχει, όπως είναι γνωστό, ως άμεση συνέπεια τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και ελλείψει ΑΤΑ (Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής) και την αντίστοιχη μείωση του πραγματικού εισοδήματος των οικονομικά περισσότερο ευάλωτων νοικοκυριών (κατά πρώτο λόγο μισθωτών και συνταξιούχων).
Η πολιτική οικονομικής ανάπτυξης και αντίστοιχης διανομής του εθνικού εισοδήματος που εφαρμόζει η κυβέρνηση δεν οδηγεί, κατά συνέπεια, σε βελτίωση αλλά αποδεδειγμένα σε χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης αυτών των νοικοκυριών. Σε μια εν προκειμένω υποθετική αύξηση του εθνικού ΑΕΠ σε συνδυασμό με αντίστοιχη μείωση του εισοδήματος της μεσαίας και κατώτερης εισοδηματικής τάξης, οι ανήκοντες στη μειονότητα των υψηλών εισοδημάτων δεν καρπούνται μόνο το ποσοστό της ενδεχόμενης ετήσιας οικονομικής μεγέθυνσης, αλλά και το ποσοστό της εισοδηματικής μείωσης των ευάλωτων συμπολιτών τους.
Είναι δε εξαιρετικά αμφίβολο αν η σημερινή κυβέρνηση έχει την οικονομική και θεσμική (από την Ε.Ε.) ευχέρεια να επουλώσει μέσω προσωρινών επιδοματικών βοηθημάτων ένα μέρος τουλάχιστον των αρνητικών συνεπειών της ασκούμενης νεοφιλελεύθερης διανεμητικής πολιτικής της.
Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου, αν και έχει καθιερωθεί πλέον ως πάγιο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, αντιμετωπίζεται γενικά ως ένα απλό συγκυριακό ζήτημα. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγεται κάθε σοβαρή συζήτηση για την αναζήτηση των δομικών αιτίων που το προκαλούν και το διατηρούν διαχρονικά ανέπαφο.
Δεδομένου δε ότι το έλλειμμα αυτό λόγω της υπανάπτυξης της μεταποιητικής μας βιομηχανίας και του προβληματικού αγροτικού τομέα αδυνατεί να καλυφθεί από τις εξαγωγές εγχώριων προϊόντων, έχει ανατεθεί η αντιμετώπισή του στον έμπλεο από εισαγωγικές εισροές τουρισμό.
Επειδή και αυτές ακόμη οι ικανοποιητικές τουριστικές εισπράξεις αποδεικνύονται σταθερά ανεπαρκείς, επιτυγχάνεται τελικά η εξισορρόπηση του εμπορικού ελλείμματος κατά πάγιο πλέον τρόπο από τις χρηματικές μεταβιβάσεις των ευρωπαϊκών ταμείων και την προσφιλή προσφυγή στον δανεισμό. Από τη διαπίστωση αυτή γίνεται προφανής η οικονομική και πολιτική εξάρτηση των αναπτυξιακών γενικά δυνατοτήτων της χώρας από την ουσιαστικά συναινετική διάθεση των οικονομικά κυρίαρχων χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης
Οι πρόσφατες κλιματικές συνέπειες (υψηλές θερμοκρασίες, πλημμύρες, πυρκαγιές) έχουν προκαλέσει προβληματισμούς τόσο για τις δημοσιονομικές επιβαρύνσεις προς αποκατάσταση των πληγέντων πολιτών όσο και για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της οφθαλμοφανούς πλέον κλιματικής μεταβολής στην αναπροσαρμογή της εθνικής παραγωγής και την αναδιοργάνωση της εν γένει κοινωνικής ζωής. Η Ελλάδα δεν φαίνεται να διαθέτει τις οικονομικές δυνατότητες και τις αναγκαίες παραγωγικές και τεχνικές οργανωτικές προϋποθέσεις για την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του ραγδαία εξελισσόμενου κλιματικού προβλήματος.
Η απρόβλεπτη εξέλιξη των σχέσεων με την Τουρκία σε συνδυασμό με τη γιγάντωση της παραγωγικής και ιδιαίτερα της αμυντικής ικανότητας της γειτονικής χώρας έχει οδηγήσει την παραγωγικά και αμυντικά μειονεκτούσα Ελλάδα σε οικονομική αφαίμαξη για την προμήθεια εισαγόμενου στρατιωτικού εξοπλισμού.
Πάγια πάντως επιδίωξη της Τουρκίας παραμένει, ως φαίνεται, όχι τόσο η κατάκτηση ελληνικών εδαφών όσο η σταδιακή οικονομική και πολιτική δορυφοροποίηση της χώρας μας. Η αρνητική, τέλος, επίδραση στην οικονομία της Ε.Ε. (ιδιαίτερα της Γερμανίας) από τον τρόπο αντιμετώπισης της ρωσο-ουκρανικής αντιπαράθεσης επηρεάζει άμεσα τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας.
Τα παραπάνω οξυμένα προβλήματα δεν φαίνεται ότι μπορεί η χώρα μας να τα αντιμετωπίσει αυτόνομα. Η συνεχιζόμενη ανισοκατανομή του εισοδήματος σε συνδυασμό με τη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους έχει ήδη αγγίξει τα όρια του κοινωνικού αδιεξόδου.
Η κάλυψη του αυξανόμενου εμπορικού ελλείμματος με περαιτέρω διόγκωση του δημόσιου χρέους είναι θεσμικά αδύνατον να συνεχιστεί. Τα προβλήματα δε που δημιουργεί η ραγδαία εξελισσόμενη κλιματική αλλαγή καθιστούν την έκτακτη αναζήτηση λύσεων επιτακτική. Τέλος, η αντιμετώπιση των ανυποχώρητων επιδιώξεων της Τουρκίας δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται μόνο στην ξένη οικονομική, πολιτική και στρατιωτική συμπαράσταση.
Η επανεξέταση της μέχρι τώρα εφαρμοζόμενης στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης αποτελεί, κατά συνέπεια, όρο εκ των ων ουκ άνευ για την κοινωνικοοικονομική αναζωογόνηση της χώρας.
*Ομότιμος καθηγητής Παν/μίου Πατρών
