Αν έπρεπε κάποιος να περιγράψει σχηματικά –να ζωγραφίσει, κατά το κοινώς λεγόμενο– την τετραετία Μητσοτάκη, η πιο εύγλωττη εικόνα θα ήταν αυτή που αποτύπωσε η φαντασία του Μαξ Ερνστ στον πολύ γνωστό πίνακά του με τον τίτλο Ο Αγγελος της Εστίας ή ο Θρίαμβος του Σουρεαλισμού (1937): ένα απόκοσμο ον ντυμένο με φανταχτερά χρώματα που κινείται απειλητικά, έτοιμο να καταπιεί ή να κατασπαράξει τα πάντα στο πέρασμά του.
Οπως και στην πολιτική αυτή αλληγορία του ενορατικού καλλιτέχνη του Mεσοπολέμου, έτσι και στην κυριολεξία των πολιτικών πεπραγμένων του τωρινού μας αυτοαποκαλούμενου «κυβερνήτη», η αντιστροφή των εννοιών και των αναμενόμενων ρόλων ξαφνιάζει και παγιδεύει τους αποδέκτες.
Ο εφέστιος άγγελος δεν είναι η γενναιόδωρη, οικεία φιγούρα που φανταζόμασταν, αυτή που θάλπει και παρηγορεί, αλλά ένα ανοίκειο, αδηφάγο, σαρκοβόρο αρπακτικό από το οποίο τρέχουμε απεγνωσμένα να ξεφύγουμε.
Είναι αλήθεια ότι στην τετραετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη ζήσαμε στο πετσί μας έναν ιδιότυπο θρίαμβο του σουρεαλισμού, πολύ διαφορετικό από αυτόν του ομώνυμου πίνακα.
Εννοιες παγιωμένες στο λεξιλόγιο της πολιτικής μας ζωής αντιστράφηκαν, παραχαράχτηκαν, ποδοπατήθηκαν, συχνά μαζί με όλο το αξιακό βάρος που κουβαλούσαν από την ιστορία των κοινωνικών αγώνων και των θεσμικών κατακτήσεων που έφτιαξαν αυτό που γνωρίζουμε ως σύγχρονο ελληνικό κράτος.
Η αδιαφάνεια και η εκδούλευση βαφτίστηκαν επιτελικό κράτος, η εξαγορασμένη γνώση και τα πλαστά πτυχία βαφτίστηκαν αριστεία, η αδρά χρηματοδοτούμενη προχειρότητα βαφτίστηκε καινοτομία, η έλλειψη ελέγχου και λογοδοσίας ευελιξία, η κοινωνική αναλγησία ανάπτυξη, το γενικό ξεπούλημα εκσυγχρονιστική μεταρρύθμιση, τα θύματα αναγκαίο κακό και παράπλευρη απώλεια.
Μια καινοφανής αντι-πολιτική, κατευθείαν βγαλμένη από γραφεία συμβούλων και ειδικών της κυβερνητικής, που υπονομεύει και αλλοιώνει τα ίδια τα θεμέλια και τη μορφή της πολιτικής όπως τη γνωρίζαμε μέχρι τώρα στο πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.
Σίγουρος για τον θρίαμβο του σουρεαλισμού (του), ο πρωθυπουργός δήλωσε πριν από λίγες μέρες ότι η Νέα Δημοκρατία πρέπει να είναι αυτοδύναμη γιατί «άλλη εναλλακτική πρόταση εξουσίας ουσιαστικά δεν υπάρχει», κομίζοντας με την επανάληψη της πασίγνωστης ρήσης της Μάργκαρετ Θάτσερ τα ιδεολογικά του διαπιστευτήρια ως παρασύνθημα αναδίπλωσης των απανταχού ακραία νεοφιλελεύθερων και αυταρχικών δυνάμεων, μέσα κι έξω από την Ελλάδα – στην ευθεία γραμμή του Τραμπ, του Μπολσονάρο και εσχάτως του Μακρόν.
Η φράση αυτή συμπυκνώνει στην ωμότητά της, με τον πλέον εύληπτο και εμβληματικό τρόπο, το σύγχρονο πρόσωπο της ελληνικής Δεξιάς – αυτής της παλιάς φορτικής γνώριμης με την οποία διασταυρωθήκαμε ξανά χωρίς να μπορέσουμε να την αποφύγουμε. Πράγματι, ποτέ άλλοτε στην ιστορία της μεταπολιτευτικής –ασθμαίνουσας πλέον– δημοκρατίας μας οι διαχωριστικές γραμμές δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες.
Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε φτάσει τόσο κοντά σε ένα απολυταρχικό καθεστώς ενδεδυμένο τον μανδύα του φιλελευθερισμού – με το πελατειακό κράτος, τον νεποτισμό, τον κοινωνικό δαρβινισμό και τις κάθε λογής μαφίες να έχουν κυριεύσει κάθε σπιθαμή της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Ποτέ άλλοτε η ανθρώπινη ζωή δεν είχε τόσο μικρή αξία. Τόσο που να φαίνονται συνηθισμένοι, σχεδόν αποδεκτοί, οι αναρίθμητοι πλέον, καθημερινοί συμβολικοί και πραγματικοί θάνατοι. Τόσο που να λογίζεται κανονικότητα η βαρβαρότητα.
Δυο βήματα από την κάλπη, ας αναλογιστούμε με την ευθύνη του πολίτη σε ποια Ελλάδα θέλουμε να ξημερώσουμε την επόμενη μέρα. Γιατί, αν εναλλακτικές υπάρχουν πολλές, σε πείσμα του οπισθοδρομικού ντετερμινισμού της νεοφιλελεύθερης ατζέντας, σ’ αυτές τις εκλογές αναμετρώνται στην ουσία δύο κόσμοι. Δύο διαμετρικά αντίθετοι τρόποι να βλέπει κανείς την κοινωνία, την πολιτική, την ανθρώπινη συνθήκη.
Σ’ αυτές τις εκλογές το καθεστώς θα εκμεταλλευτεί την ισχύ του για να εδραιωθεί σε βάθος χρόνου με όρους εξουσίας – οικονομικής, μιντιακής, θεσμικής. Θα συσπειρωθεί κατασιγάζοντας τις αποκλίνουσες φωνές όπως έχει συνηθίσει. Μια δεύτερη τετραετία Μητσοτάκη θα αφήσει πίσω της μια Ελλάδα αβίωτη, ξενοδοχείο για τουρίστες και νεκροταφείο ντόπιων ψυχών.
Είναι στο χέρι μας η επόμενη μέρα να μην ανατείλει ως μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία αλλά ως η θεμελιακή συνθήκη μιας νέας εποχής για τη χώρα και τη δημοκρατία. Καμιά ψήφος να μην τους χαριστεί, καμιά ψήφος να μην πάει χαμένη στο βωμό ιδεολογικών ενστάσεων και μικροδιαφορών που λίγο και λίγους ενδιαφέρουν στην πράξη.
Για άλλη μια φορά στην πρόσφατη ιστορία μας, ο πολιτικός σχηματισμός που καλείται να ανταποκριθεί με αξιώσεις σε αυτή την υπαρξιακή για την ελληνική Αριστερά ευθύνη είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., στη βάση ενός προγράμματος ρεαλιστικού όσο και συμπεριληπτικού, που αποτυπώνει τις ανάγκες και την αγωνία της κοινωνίας για δικαιοσύνη και προοπτική. Μόνο με μια κυβέρνηση αριστερού και κοινωνικού προσανατολισμού ένας άλλος κόσμος μπορεί να είναι εν τέλει εφικτός.
*Επίκουρη καθηγήτρια Δημοσίου Δικαίου, αν. κοσμήτορας Σχολής Νομικών, Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Sorbonne Paris Nord
