Η κυβέρνηση Σολτς ανακοίνωσε λίγο πριν από την άφιξη του Ζελένσκι στο Βερολίνο πακέτο ύψους 2,7 δισ. ευρώ στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία.
Πρόκειται για μια στρατηγική στροφή που έχει στόχο να διασφαλίσει η Γερμανία κυρίαρχη επιρροή στην Ουκρανία ή τουλάχιστον να ισορροπήσει με τις ΗΠΑ και κυρίως να αποθαρρύνει μια τοπική συμμαχία, ένα στρατιωτικό Βίζεγκραντ υπό την ηγεσία της Πολωνίας.
Εξυπακούεται ότι η ειδική σχέση με τη Ρωσία ακυρώνεται, καθώς το Βερολίνο στέλνει πλέον όχι συμβολική βοήθεια αλλά οπλικά συστήματα που αλλάζουν συσχετισμούς στο πεδίο της μάχης.
Ετη φωτός μοιάζει να μας χωρίζουν από τις πρώτες μέρες του πολέμου, όταν η Γερμανία προθυμοποιήθηκε να στείλει… κράνη στην Ουκρανία προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση του Κιέβου.
Οι σταθερές της Ιστορίας επιβεβαιώνονται για ακόμη μία φορά, δηλαδή το ότι η Γερμανία κινείται σαν εκκρεμές απέναντι στη Ρωσία μεταξύ ειδικής σχέσης και μετωπικής αντιπαλότητας.
Επιπλέον η Γερμανία είναι σαφές ότι διεκδικεί σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ως λογική συνέπεια της απόρριψης της πρότασης Μακρόν για αμυντική χειραφέτηση της Ευρώπης.
Ετσι, από την παράδοση του Μπίσμαρκ, που έδινε προτεραιότητα στη σχέση με τη Ρωσία, το γερμανικό εκκρεμές επιστρέφει στην επέκταση προς Ανατολάς (Drag nach osten).
Aλλωστε εξίσου σημαντική με τη φιλορωσική παράδοση του Μπίσμαρκ είναι και η παράδοση του Μπρεστ Λιτόφσκ, της ομώνυμης δηλαδή συνθήκης που εξαναγκάστηκαν να υπογράψουν οι Μπολσεβίκοι στις αρχές του 1918 παραχωρώντας στο Βερολίνο τις Βαλτικές Χώρες και την Ουκρανία.
Τα παραπάνω εύλογα θέτουν το ερώτημα αν η Γερμανία θα επιδιώξει συνολική εναρμόνιση με τις ΗΠΑ διεκδικώντας καθυστερημένα τον ρόλο που της είχαν προσφέρει ο Μπους ο πρεσβύτερος και ο Κλίντον, τον ρόλο του ηγεμονικού συνεταίρου.
Η απάντηση είναι αρνητική, καθώς η στροφή του Βερολίνου δεν συνιστά στρατηγική ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ αλλά και κίνηση προληπτικής οριοθέτησης της αμερικανικής επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη. Με άλλα λόγια, έχουμε αντεστραμμένο το τοπίο που διαμορφώθηκε στη Γιουγκοσλαβία το 1991, όταν η Γερμανία ζητούσε την επικύρωση της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας ενώ οι ΗΠΑ ήθελαν τη διατήρησή της, έστω και με τη μορφή χαλαρής συνομοσπονδίας, μέχρι τις αρχές του 1992, οπότε υιοθέτησαν τη θέση των Κολ-Γκένσερ, σε μια στροφή που θα τους επέτρεπε να παρέμβουν αξιοποιώντας την κακοφωνία των τότε 12 της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
