ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από τις αρχές του Ιανουαρίου βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαδικασίες επιλογής στελεχών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η διαδικασία αφορά την επιλογή των ατόμων που θα στελεχώσουν τη διοικητική ιεραρχία (διευθυντές/ντριες σχολικών μονάδων και διευθύνσεων εκπαίδευσης, περιφερειακοί διευθυντές/ντριες) και την παιδαγωγική καθοδήγηση (σύμβουλοι εκπαίδευσης).

Η θεσμοθετημένη διαδικασία προβλέπει διαδοχικές κρίσεις στελεχών με συγκεκριμένη χρονοσειρά και παραπλήσια κριτήρια επιλογής. Ουσιαστικά, άλλη μια φορά ζούμε την εφαρμογή ενός «αδιάβλητου» και «αντικειμενικού» συστήματος επιλογής, το οποίο «ξεπερνώντας τις παθογένειες των προηγούμενων συστημάτων, θα οδηγήσει στην ουσιαστική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος».

Από το 1982, που καταργήθηκε η θεσμοθετημένη μονιμότητα τω στελεχών της εκπαίδευσης, έχουν ψηφιστεί και εφαρμοστεί σχεδόν είκοσι νομοθετικές παρεμβάσεις με την ίδια εκπεφρασμένη πρόθεση και αντίστοιχα αποτελέσματα. Οι εναλλαγές του θεσμικού πλαισίου συμπορεύονταν, συνήθως, τις εναλλαγές των πολιτικών κομμάτων στην εξουσία. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, αρκούσε η αλλαγή κατόχου του υπουργικού θώκου για να επέλθει «βελτιωμένη εκδοχή» των επιλογών των κομματικά ομόσταβλων προκατόχων της θέσης.

Οι τέσσερις δεκαετίες άσκησης εκπαιδευτικής πολιτικής στον συγκεκριμένο τομέα άφησαν το αποτύπωμά τους στη διοίκηση της εκπαίδευσης και έχουν διαμορφώσει συγκεκριμένη κουλτούρα επιλογής στελεχών και άσκησης καθηκόντων. Αν και σε αυτό το αποτύπωμα εντοπίζουμε επιμέρους βελτιώσεις, τα κριτήρια επιλογής «μίας χρήσης», που διαρκώς «επικαιροποιούνται», και η κριτική που ακολουθεί τις εκάστοτε επιλογές, μαρτυρούν την αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος να υιοθετήσει μια διαδικασία επιλογής στελεχών μακράς πνοής και αδιαμφισβήτητη. Κι εδώ γεννάται το ερώτημα: Είναι αυτό εφικτό;

Το εκπαιδευτικό σύστημα, ένας γραφειοκρατικός οργανισμός δομημένος στο πλαίσιο της νεωτερικής κοινωνίας, ουσιαστικά είναι ένα αυστηρά συγκεντρωτικό, χειραγωγούμενο και κεντρικά ελεγχόμενο σύστημα. Οι διαδοχικοί και αναποτελεσματικοί νόμοι συμβάλλουν στη διαιώνιση του προβλήματος, όντας μέρος του, και στην ανακύκλωση προσώπων και πρακτικών. Για σαράντα χρόνια παρατηρούμε την προσπάθεια της πολιτικής εξουσίας να διαμορφώσει ένα ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων, να χειραγωγήσει το διοικητικό, εποπτικό και καθοδηγητικό μηχανισμό της εκπαίδευσης. Ουσιαστικά, να μετατρέψει τα στελέχη της σε βραχίονα υλοποίησης top-down σχεδιασμένων εκπαιδευτικών πολιτικών. Πολιτικών που σχεδιάζονται κεντρικά και διαχέονται στους εποπτευόμενους φορείς.

Υπό αυτή την οπτική, οι προσπάθειες για «εξορθολογισμό» και «αντικειμενικοποίηση» των συστημάτων επιλογής είναι εναλλακτικές εκδοχές, ταυτόσημων αξιακών και ιδεολογικών προσεγγίσεων. Οι συγκρούσεις και παλινδρομήσεις που καταγράφονται αποτελούν ενδογενείς αντιφάσεις διαφοροποιημένων εκδοχών ενός συστήματος που διαπερνιέται διαχρονικά από την ίδια αντίληψη. Αν εξαιρέσουμε τα νομοθετήματα των αρχών της δεκαετίας του 1980 και εν μέρει κάποιες παρεμβάσεις της περιόδου 2015 -2019, τις επόμενες δεκαετίες ουσιαστικά διακρίνουμε τη διελκυστίνδα που εκτυλίσσεται για την επικράτηση της (νεο)φιλελεύθερης-τεχνοκρατικής αντίληψης στην οργάνωση και διοίκηση του σχολείου.

Στο πλαίσιο μιας γραμμικής αντίληψης η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται ως σταθερά και, παρά την αντίθετη ρητορική, αγνοείται η συνθετότητα και πολυπλοκότητα του συστήματος. Οι προσεγγίσεις που επικεντρώνονται στη σχολική μονάδα ή την εκπαιδευτική περιφέρεια, ως ιδιαίτερες δομές με τα δικά τους χαρακτηριστικά και ιδιαίτερη δυναμική, θυσιάζονται στο βωμό της ομογενοποίησης και της καθολικότητας. Να επισημάνουμε εδώ ότι θεσμικές παρεμβάσεις, όπως ο ν. 4547/2018, φιλοδοξούσαν να αποτελέσουν εναλλακτικές προτάσεις, όμως οι ενδογενείς αδυναμίες στη σύλληψη και η ανεπαρκέστατη υποστήριξή τους δεν τους επέτρεψαν να δοκιμαστούν ουσιαστικά και «να καρποφορήσουν».

Εναλλακτικά, η αποκεντρωμένη-περιφερειακή εκδοχή σχεδιασμού εκπαιδευτικής πολιτικής, μια bottom-up ή μια middle-up-down προσέγγιση, συμβάλλει στον σχεδιασμό και την υλοποίηση παρεμβάσεων με βάση την πολύπλοκη εκπαιδευτική πραγματικότητα. Η αποκεντρωμένη κατανομή των κέντρων λήψης αποφάσεων επιφέρει δομικές αλλαγές και ρηγματώσεις στις συγκεντρωτικές προσεγγίσεις. Αξιοποιείται η συσσωρευμένη εμπειρία, αναδεικνύονται οι επιτυχημένες πρακτικές, καλλιεργείται κλίμα εμπιστοσύνης και συναίνεσης.

Ο ρόλος των μεσαίων στελεχών στο πλαίσιο της νέας προσέγγισης αλλάζει. Από εντολοδόχοι και κομιστές εκπαιδευτικών προτάσεων μετασχηματίζονται σε «γέφυρα» αμφίδρομης ροής πληροφορίας και γνώσης. Συλλέγουν, οργανώνουν και διαχέουν τη γνώση που αποκτήθηκε από τη μελέτη του κοινωνικού και επιστημονικού πεδίου. Ουσιαστικά αποτελούν στρατηγικό πόρο που συμβάλλει στην ανάπτυξη του συστήματος. Υπό αυτή την οπτική, τελικά, το ζήτημα δεν είναι το πώς και πότε θα επιλέξουμε τα στελέχη μας, αλλά ποιος θα είναι ο ρόλος τους.

 * εκπαιδευτικός, υπ. διδάκτορας Πανεπιστημίου Πατρών