Αλέξανδρος Καζαμίας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν ο πρωθυπουργός και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμούν τη μετάλλαξή τους σε ένα νέο μνημονιακό ΠΑΣΟΚ, είναι ανάγκη τώρα να εγκαταλείψουν τα μισόλογα περί «σαφώς ηπιότερου» Μνημονίου και να εφαρμόσουν σχέδιο για την ορθή διαχείριση της ήττας.

Δεν πείθει κανέναν το γεγονός ότι, ενώ διακεκριμένοι φίλοι της κυβέρνησης, όπως ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας και ο οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν, μιλούν για «ντροπιαστική και τιμωρητική πράξη» που «δεν αφήνει ελπίδα ανακούφισης», ο πρωθυπουργός ισχυρίζεται ακόμη ότι, παρά τα σκληρά μέτρα, η νέα συμφωνία παρέχει «μια προοπτική να ξεφύγουμε από την κρίση».

Αλλά και η αποτίμηση του υπουργού Οικονομικών, ότι «είναι πολύ νωρίς» να την κρίνουμε, μόνο αμηχανία καταφέρνει να προβάλει. Διότι, πέρα από τις διαφορές της από τη γνώμη του πρωθυπουργού, η (ειλικρινέστερη) εκτίμηση του κ. Τσακαλώτου υπονοεί επίσης ότι η κυβέρνηση υπέγραψε μια συμφωνία δίχως να ξέρει αν είναι καλή ή όχι για τη χώρα!

Εκτός από τη θλιβερή εικόνα της δίγλωσσης υπεράσπισης ενός πολιτικού βιασμού ως ενός δήθεν συναινετικού (αλλά κακού) αρραβώνα, η στάση της κυβέρνησης είναι κοντόφθαλμη και για άλλους λόγους. Πολιτικά, η κοινοβουλευτική ομάδα μπορεί να έδωσε 110 ψήφους στο Μνημόνιο, όμως είναι αμφίβολο αν τα μέλη της μπορούν να παράσχουν παρόμοια στήριξη σε άλλα μνημονιακά νομοσχέδια.

Για παράδειγμα, κάποιος βουλευτής μετά την ψηφοφορία ομολόγησε: «Η αποψινή ήταν η πιο εξευτελιστική στιγμή στη ζωή μου… ψήφισα μνημόνιο, αισθάνομαι άρρωστος». Δυσκολότερη όμως από την απώλεια των 6 υπουργών και 39 βουλευτών είναι η καταψήφιση της συμφωνίας από 109 εκ των 201 μελών της ΚΠΕ του ΣΥΡΙΖΑ. Αν ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι συνέτισε τους 39 βουλευτές με το παλαιοπασοκικής έμπνευσης non-paper που τους κατηγορεί ότι αθέτησαν «τις αρχές της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης», τότε πώς θα αντιμετωπίσει ο ίδιος την ΚΠΕ, στην οποία οφείλει, ως μειοψηφών, παρόμοια «αλληλεγγύη»;

Εξίσου προβληματική είναι και η αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της συμφωνίας. Ο κ. Τσακαλώτος παραδέχτηκε ότι «δεν ξέρει» κατά πόσον «τα πολύ σκληρά δημοσιονομικά μέτρα θα βρουν αντιστάθμιση από αυτό που έχουμε κερδίσει στο επενδυτικό πρόγραμμα και στο χρέος» αλλά και «αν θα είναι τελικά μακριά από την ατζέντα ένα Grexit».

Ο προκάτοχός του, ακόμη σαφέστερος, έγραψε στην «Εφ.Συν.»: «Η συμφωνία είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για να εκπαραθυρωθεί η Ελλάδα από την ευρωζώνη». Αλήθεια, ποιους οικονομολόγους επικαλείται ο πρωθυπουργός όταν διατείνεται ότι η συμφωνία παρέχει «προοπτική» εξόδου από την κρίση;

Παρά τη δυσμενή κατάσταση στην οποία φτάσαμε, υπάρχει ακόμη δυνατότητα πολιτικής διεξόδου. Νέες δημοσκοπήσεις δείχνουν τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα να χαίρουν ευρείας στήριξης, όμως αν δεν ληφθούν ορθές πρωτοβουλίες, η στήριξη αυτή γρήγορα θα εξανεμιστεί. Γι’ αυτό, θα ήταν τραγικό αν ο πρωθυπουργός επέλεγε τη λύση του συγκεντρωτισμού και της ρήξης με τους διαφωνούντες, επιχειρώντας να μετατρέψει τον ΣΥΡΙΖΑ σε αρχηγικό κόμμα μέσω του οποίου θα αντλεί ο ίδιος απευθείας δύναμη από τον λαό. Ο ολισθηρός δρόμος του Μνημονίου και ο χαρακτήρας του ΣΥΡΙΖΑ ως μη λαϊκιστικού κόμματος βάσης καθιστούν τέτοιους πειραματισμούς άκρως επικίνδυνους.

Αντιθέτως, αν ο Αλέξης Τσίπρας επιθυμεί να ακυρώσει (όχι απλώς να αναβάλει) τα σενάρια περί «αριστερής παρένθεσης», τότε πρέπει να διαχειριστεί την ήττα μέσα από τέσσερις πρωτοβουλίες.

Πρώτον, να αναγνωρίσει ότι η συμφωνία είναι αμφίβολης βιωσιμότητας, παραδεχόμενος ότι την υπέγραψε διότι του επεβλήθη πραξικοπηματικά.

Δεύτερον, να προβεί σε αυτοκριτική για τους λόγους που τον έκαναν να ωθήσει τη διαπραγμάτευση στα άκρα ενώ έκρινε από νωρίς ότι δεν διέθετε εναλλακτική επιλογή.

Τρίτον, να αναλάβει ενωτικές πρωτοβουλίες μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, ζητώντας την ανανέωση της εμπιστοσύνης του κόμματος στην ηγεσία του. Τέταρτον, να παρουσιάσει ένα νέο κυβερνητικό σχέδιο αντί του νεκρού πλέον Προγράμματος της Θεσσαλονίκης, το οποίο να περιέχει μεταρρυθμίσεις εκτός του Μνημονίου, όπως ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης για το πακέτο των 35 δισ., αλλαγές στην παιδεία, την υγεία, τη Δικαιοσύνη και το περιβάλλον.

Τέλος, το όραμα αυτό πρέπει να αρθρώνει τις αρχές μιας νέας εξωτερικής πολιτικής που θα αντιμετωπίζει το πρόβλημα του Νότου στην Ε.Ε., τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και τους BRICS και, κυρίως, την αποτροπή του κινδύνου γερμανοποίησης της Ευρώπης. Κατόπιν αυτών, οι νέες εκλογές θα εξασφαλίσουν πιο εύκολα μια σταθερή εντολή διακυβέρνησης.

*διευθυντής Σπουδών Πολιτικής, Τμήμα Διεθνών Σπουδών και Κοινωνικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο του Κόβεντρι