ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εμπιστοσύνη. Λέξη που για τους περισσότερους περιγράφει την πίστη ενός ανθρώπου σ’ έναν άλλον. Εκτός όμως από τη συναισθητική εκδοχή της, η «εμπιστοσύνη» είναι βασικό συστατικό της οικονομίας. Οι οικονομολόγοι Paul Zak και Stephen Knack, σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 1998, διαπίστωσαν ότι, αν σε μια χώρα ο αριθμός των πολιτών που πιστεύει ότι «οι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να είναι αξιόπιστοι» αυξηθεί κατά 15%, τότε το ΑΕΠ της συγκεκριμένης χώρας θα αυξηθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα. Πρόσφατες μελέτες που συσχετίζουν την «εμπιστοσύνη» με την οικονομική ανάπτυξη έδειξαν ότι, αν ο δείκτης της εμπιστοσύνης των Αμερικανών εξισωνόταν με αυτόν των Ουκρανών, τότε το ετήσιο κατά κεφαλήν ΑΕΠ των ΗΠΑ θα ήταν κατά 11.000 δολάρια χαμηλότερο, ενώ, αν ήταν ίδιος με τον αντίστοιχο των Νεοζηλανδών, τότε θα ήταν κατά 16.000 δολάρια υψηλότερο.

Ενα από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την οικονομική εκδοχή της «εμπιστοσύνης» είναι η περιορισμένη ελαστικότητά της. Οταν σε μία κοινωνία η σπείρα «εμπιστοσύνης» αρχίσει να οδηγείται προς μία κατεύθυνση (θετική ή αρνητική), τότε η αναστροφή της είναι δύσκολη και απαιτεί χρόνο και προσπάθεια. Με απλά λόγια, μία κοινωνία είναι εξαιρετικά δύσκολο –ενίοτε επώδυνο– να απαλλαγεί από την «κληρονομιά» της ραγισμένης εμπιστοσύνης. Μια μελέτη διαπίστωσε ότι, 20 χρόνια μετά την επανένωση, η δράση της Στάζι ήταν ένας παράγοντας που επηρέασε την εισοδηματική διαφορά μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Γερμανίας. Στις περιφέρειες που ο κατά κεφαλήν αριθμός των ρουφιάνων της Στάζι ήταν υψηλός, οι οικονομικές επιδόσεις ήταν χειρότερες σε σχέση με τις υπόλοιπες που δεν τις είχε επηρεάσει ο ζόφος της καχυποψίας και του τρόμου.

Εμπιστοσύνη. Χωρίς αυτήν, το «αόρατο χέρι της αγοράς» θα παραμένει πεισματικά στην τσέπη του Adam Smith, αφού, όπως έγραψε το 1972 ο βραβευμένος με Νόμπελ οικονομολόγος Kenneth Arrow, «σχεδόν κάθε εμπορική συναλλαγή έχει μέσα της ένα στοιχείο εμπιστοσύνης».

Η επίδραση της εμπιστοσύνης σε μια οικονομία εξαρτάται –και– από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Σε περιόδους οικονομικής ευεξίας, η πίστη στις καλές προθέσεις της ηγεσίας δρα ως «πολλαπλασιαστής» της ευμάρειας. Σε περιόδους, όμως, οικονομικής δυσπραγίας, λειτουργεί ως «επιταχυντής» της δυστυχίας και της ανέχειας.

Τι σχέση μπορεί να έχουν όλα αυτά με εμάς και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε; Φυσικά και έχουν, αφού η «εμπιστοσύνη» προς την ηγεσία της χώρας είναι ένας από τους παράγοντες που θα επηρεάσουν το «κόστος» της κρίσης και τον χρόνο που θα απαιτηθεί για να επανέλθει η οικονομία και η κοινωνία στα προ της κρίσης επίπεδα. Επίσης, από την «καχυποψία» θα κριθεί τόσο η ένταση των αντιδράσεων όσο και ο τρόπος αντιμετώπισής τους, δηλαδή η κοινωνική σταθερότητα. Επομένως, το εύλογο ερώτημα είναι αν και σε τι ποσοστό η μεσαία τάξη και οι ευάλωτοι έχουν εμπιστοσύνη στις προθέσεις και την ικανότητα της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση με τρόπο που θα εξασφαλίζει την –κοινωνικά και οικονομικά– δίκαιη κατανομή του κόστους της.

Κάποιοι θα παρατηρήσουν ότι ο κ. Μητσοτάκης βαδίζει στα μονοπάτια που χάραξαν οι Γερμανοί και πειθήνια ακολούθησαν όλες οι κυβερνήσεις από το 2010 μέχρι το 2019. Θα είχαν δίκιο, αν η κρίση του 2010 ήταν συγκρίσιμη με τη σημερινή. Ομως, δεν είναι. Η κρίση που ξεκίνησε το 2010, ήταν μία κρίση χρέους που η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης που επέβαλαν οι Γερμανοί και οι άλλοι πιστωτές οδήγησε σε παρατεταμένη ύφεση, σε ανεργία, σε συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος και σε μία κολοσσιαίου μεγέθους αναδιανομή εισοδήματος. Επίσης, θα μπορούσε κάποιος να τη χαρακτηρίσει ως κρίση που προκλήθηκε από τις επιλογές των ελληνικών ελίτ, την οποία αξιοποίησε ο σκληρός πυρήνας της Ε.Ε., για να επιβάλει συνθήκες ασφυκτικού ελέγχου, που αγγίζει τα όρια της υποτέλειας.

Η τωρινή κρίση εκδηλώθηκε με την έκρηξη του πληθωρισμού που, σύμφωνα με την εμπειρία των δεκαετιών του ’70 και του ’80, οδηγεί όλες τις οικονομίες σε υφεσιακό κύκλο και τις πιο ευάλωτες σε κρίση χρέους. Επίσης, πρόκειται για μια «εισαγόμενη» κρίση και, υπό το πρίσμα αυτό, η ευθύνη του εγχώριου πολιτικού συστήματος για την εκδήλωσή της είναι περιορισμένη. Ομως, έχει ευθύνη της διαχείρισης και έχει να αντιμετωπίσει δύο εμπόδια. Το πρώτο αφορά την οργάνωση της ελληνικής οικονομίας, η οποία με συρρικνωμένη παραγωγή και πλήρως εξαρτημένη από τις εισαγωγές και τον τουρισμό, είναι «όμηρος» της διασύνδεσης. Το δεύτερο αφορά την… εμπιστοσύνη. Σήμερα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τις πολιτικές ελίτ με καχυποψία και τις χαρακτηρίζουν άδικες και ιδιοτελείς.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να συνέχισε την επιλογή της ολοκληρωτικής εξάρτησης, αλλά η συνεισφορά της στην εδραίωση της καχυποψίας ήταν καθοριστική. Οσοι υπέστησαν τις συνέπειες των πολυδιαφημισμένων «μεταρρυθμίσεων», αντιλήφθηκαν ότι ο «μεταρρυθμιστικός της ζήλος» δεν ήταν τίποτα παραπάνω παρά προπέτασμα καπνού, για να μην αποκαλυφθεί η πρόθεσή της να επιδοτήσει τους οικονομικά ισχυρούς σε βάρος του περιβάλλοντος, της υγείας, της παιδείας… Οσοι βιώνουν την απαξίωση της εργασίας, διαπιστώνουν την ιδιοτέλεια που έκρυβαν οι προεκλογικές μεγαλοστομίες περί σεβασμού της εργασίας. Μια σύγκριση των παρεμβάσεων που έκαναν άλλες ευρωπαϊκές ηγεσίες για να ελαφρύνουν τους πολίτες τους από το βάρος των λογαριασμών της ενέργειας με τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη μεροληπτική στάση της υπέρ των ισχυρών.

Και το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι: Μπορεί μια κυβέρνηση που διαψεύδει τις προσδοκίες των πολιτών, να αντιστρέψει τη σπείρα της καχυποψίας και να αντιμετωπίσει μια κρίση που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα διαρκέσει πολύ περισσότερο από ό,τι αρχικά πιστεύαμε; Ναι, αν αναθεωρήσει την πολιτική της, ώστε να ανακτήσει ένα μέρος της χαμένης εμπιστοσύνης. Αν, όμως, εμμείνει στις πρακτικές των «παιδιών του Σικάγο», που έδρασαν στη Νότια Αμερική τη δεκαετία του ’70, τότε θα οδηγήσει τον τόπο σε ένα οδυνηρό αδιέξοδο, ενώ η ίδια θα πνιγεί από το κύμα καχυποψίας που προκάλεσε.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας