Για όσους γεννήθηκαν από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και μετά, ο πληθωρισμός αντιπροσωπεύει κάτι σαν τη «θεία από το Σικάγο». Οι παλιότεροι στην οικογένεια μιλούσαν γι’ αυτόν αλλά γι’ αυτούς που δεν είχαν βιώσει το μένος του, εξακολουθούσε να είναι ένα μυστήριο. Για τους μεγαλύτερους όμως ο πληθωρισμός δεν κρύβει κανένα μυστήριο. Το άγχος της ακρίβειας και του «δεν μας φτάνουν τα λεφτά» είναι σφραγίδα που έχει σημαδέψει τη μνήμη τους. Θυμούνται τις τιμές να αλλάζουν καθημερινά και τον μισθό να τελειώνει σε όλο και λιγότερες ημέρες. Θυμούνται τους πολιτικούς εκείνης της εποχής να απολογούνται.
Θυμούνται τους εργαζόμενους να απαιτούν και να διεκδικούν την «αναπλήρωση του εισοδήματος που χάθηκε από τον πληθωρισμό». Θυμούνται τις μεγάλες συγκεντρώσεις και τις απεργίες των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων. Θυμούνται τις μαζικές κινητοποιήσεις των αγροτών, που διεκδικούσαν αυτά που τους έκλεψαν οι μεσάζοντες, οι οποίοι στη διαδρομή της ντομάτας από το χωράφι μέχρι το πιάτο τριπλασίαζαν την τιμή. Θυμούνται τη «μάχη του τελάρου» και τις έρευνες για υπερτιμολογήσεις των μεγαλεμπόρων και των βιομηχάνων. Θυμούνται…
Στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ακόμα και οι συντηρητικοί πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αντιμετώπιζαν την ακρίβεια με αυστηρότητα. Εχοντας βιώσει το απεχθές πρόσωπο της κερδοσκοπίας, δεν ερμήνευαν τον πληθωρισμό μόνο ως στρέβλωση της αγοράς αλλά και ως αποτέλεσμα της δράσης των κερδοσκόπων, που με κίνητρο το ακόμα μεγαλύτερο κέρδος εκμεταλλεύονταν τις στρεβλώσεις της αγοράς. Επειδή εκείνη την εποχή η κυρίαρχη ακαδημαϊκή άποψη περί του πληθωρισμού αποδεχόταν τη διαφορά αυτή, οι πολιτικοί του συντηρητικού χώρου αναγκάζονταν να εξαγγέλλουν «αυστηρούς ελέγχους κατά των αισχροκερδών κερδοσκόπων» (σ.σ. που αποδεικνύονταν προσχηματικοί) και να χρησιμοποιούν λέξεις όπως το «πατάσσω» για να εκφράσουν την αποδοκιμασία και την πρόθεση για κολασμό των φορέων της κερδοσκοπίας (σ.σ. φυσικά οι μεγάλοι κερδοσκόποι βρίσκονταν στο απυρόβλητο).
Μετά από σαράντα χρόνια, ο εφιάλτης του πληθωρισμού επέστρεψε… αλλαγμένος. Θα έλεγε κανείς ότι έκανε λίφτινγκ για να προσαρμοστεί στα νεοφιλελεύθερα πρότυπα. Αν αναζητήσει κάποιος τα ανομολόγητα νοήματα των δηλώσεων και των ομιλιών του πρωθυπουργού και των υπουργών του, τότε θα διαπιστώσει ότι όλοι τους έχουν αποποιηθεί ένα μέρος της κληρονομιάς των πολιτικών τους προγόνων.
Αρνούνται συστηματικά να ξεστομίσουν τις λέξεις «κερδοσκοπία» και «αισχροκέρδεια» για να μη φορτωθούν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές. Αποκηρύσσουν έννοιες που υπονοούν «τιμαριθμική αναπροσαρμογή» προφασιζόμενοι λόγους δημοσιονομικής… υγείας. Επικεντρώνονται στη λέξη «στρέβλωση» και αποσιωπούν τη λέξη «εκμετάλλευση». Φορτώνουν τις ευθύνες για την ντομάτα στον Πούτιν για να αφήσουν ανενόχλητους τους κερδοσκόπους να συσσωρεύουν κέρδη από την απελπισία αυτών που ζουν με το μεροκάματο. Ακόμα και οι επικαρπωτές της πολιτικής κληρονομιάς του Ανδρέα Παπανδρέου -τη δεκαετία του ’80 είχε κηρύξει ανένδοτο κατά των κερδοσκόπων, αναγκάζοντας τις κυρίες του «καλού κόσμου» να διοργανώνουν «διαδηλώσεις της κατσαρόλας»- αναλώνονται σε «θεολογικές» ερμηνείες του πληθωρισμού για να αποφύγουν τις «κακοτοπιές».
Για όσους κουβαλούν «πληθωριστικές» εμπειρίες είναι πλέον σαφές ότι ο κ. Μητσοτάκης και όσοι αποδέχονται την «πανσοφία της αγοράς» και τις θαυματουργές επιπτώσεις του «ελεύθερου εμπορίου» έχουν επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια να αφήσουν στην αφάνεια τους κερδοσκόπους να επιτελούν την προσοδοφόρα δράση τους. Εμφανίζοντας ο κ. Μητσοτάκης και οι συν αυτώ τον πληθωρισμό ως το αντίτιμο που θα πρέπει να πληρώσει ο κακοπληρωμένος εργαζόμενος των 500 ευρώ για να στηρίξει τη δημοκρατία και την ελευθερία, καταφέρνει να αποσείει την ευθύνη του για την απροθυμία να δραστηριοποιήσει τους μηχανισμούς που διαθέτει για να περιορίσει το «θεάρεστο έργο» των κερδοσκόπων.
Σε σαράντα χρόνια όλα τα όπλα που είχε η κοινωνία για να αντιμετωπίσει την κερδοσκοπία καταργήθηκαν ή αποδυναμώθηκαν. Οι ελίτ, έχοντας εστιάσει στα επιτόκια που είναι ο προπομπός της ύφεσης και της ανεργίας, αφήνουν την κερδοσκοπία στην αφάνεια να κατασπαράζει ανενόχλητη τα λιγοστά υπάρχοντα των πιο ευάλωτων. Το θεσμικό πλαίσιο με το οποίο η πολιτεία θα μπορούσε να παρεμβαίνει στην αγορά για να περιορίζει την κερδοσκοπία και την αισχροκέρδεια, αποσαθρώθηκε. Με πρόσχημα την ελευθερία της αγοράς, άνοιξαν εκατοντάδες «φεγγίτες» στις οικονομικές ελίτ για να μπορούν ανεξέλεγκτες να υπερτιμολογούν, να εφευρίσκουν φανταστικά κόστη και να αποφεύγουν τη λογοδοσία και τον δημόσιο έλεγχο. Η απροθυμία να θέσουν υπό έλεγχο τους «φορολογικούς παραδείσους» και η προθυμία να νομιμοποιήσουν τις δραστηριότητές τους, εξασφάλισαν στους κερδοσκόπους νομιμοποίηση.
Αποτέλεσμα; Η κερδοσκοπία σήμερα να έχει απαλειφθεί από το λεξιλόγιο της εξουσίας. Οι πολιτικές ελίτ εξαντλούν την κατανόηση και τη συμπόνια στα θύματα της ακρίβειας με την παροχή «βοηθημάτων» και αρνούνται πεισματικά να ελέγξουν και να περιορίσουν τις «τριγωνικές» συναλλαγές με τις οποίες στήνονται κερδοσκοπικά όργια. Ομονοούν στις ευθύνες του Πούτιν για τη συρρίκνωση της γεωργικής παραγωγής της Ουκρανίας και την απαγόρευση της εμπορίας ρωσικών πρώτων υλών και αφήνουν ανεξέλεγκτα τα funds να επιδίδονται σε κερδοσκοπικές επιδρομές στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων και ενέργειας, που έχουν αποτέλεσμα οι τιμές να εκτοξεύονται.
Αυτό όμως που εξοργίζει κάθε άνθρωπο που γνωρίζει τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν στη διάρκεια των προηγούμενων πληθωριστικών κρίσεων, είναι η επιλογή να αδρανοποιηθούν οι μηχανισμοί που διαθέτει το κράτος για να εξασφαλίζει την ευστάθεια και την ευνομία της αγοράς. Πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να μετρούν το ευρώ και να μην τα βγάζουν πέρα και κανένας να μην ασχολείται με τις πρακτικές που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις που έχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά; Πώς είναι δυνατόν οι πάροχοι ηλεκτρικής ενέργειας να κόβουν το φως σε χιλιάδες νοικοκυριά και κανείς να μην ασχολείται με το αν «μαγειρεύουν» τους λογαριασμούς; Πώς είναι δυνατόν οι αρμόδιοι όχι μόνο να αποσιωπούν αλλά και να μην ασχολούνται με τις -τυχόν- εμπορικές συμφωνίες μεταξύ των ισχυρών της αγοράς για εναρμονισμένες τιμές; Πώς…;
Οταν η τωρινή πληθωριστική κρίση γίνει ανάμνηση και περάσει στην ευθύνη των ιστορικών, είναι σίγουρο ότι πολλοί θα τη χαρακτηρίσουν ως την εποχή που οι πολιτικοί απεργάστηκαν το τέλος της ευθύνης των κερδοσκόπων.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
