Παντελής Κυπριανός*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι οραματιστές. Αυτοί οραματίστηκαν από τον Μεσοπόλεμο μία Ευρώπη, μία Ενωση που θα έβαζε στην άκρη εχθροπραξίες και ανταγωνισμούς, θα προήγε αξίες και το κοινό καλό των λαών της. Δεν ήταν όμως οι μόνοι. Αλλοι σκέφτηκαν την ενωμένη Ευρώπη ως προμαχώνα του «ελεύθερου κόσμου» ενάντια στη Σοβιετική Ενωση στη συνθήκη του Ψυχρού Πολέμου. Αλλοι έβλεπαν στην Ενωση τον τρίτο παίκτη, ανάμεσα σε ΗΠΑ και Σοβιετική Ενωση.

Αλλοι, τέλος, έβλεπαν και βλέπουν την Ενωση ως μία τεράστια αγορά που θα προήγε τον κόσμο των επιχειρήσεων και του κεφαλαίου.

Ολα αυτά για χρόνια συντελέστηκαν σε ένα πλαίσιο με τρία χαρακτηριστικά. Δύο χώρες, η Γαλλία και η Γερμανία, αποτέλεσαν την ατμομηχανή της ενοποίησης. Κατά δεύτερον, υπήρχε μία σχετική ισορροπία ισχύος, γεγονός που ωθούσε τις δύο αυτές χώρες να συναποφασίζουν διαλεγόμενες με τους άλλους εταίρους.

Και τα δύο αυτά υπήρχαν σε μία συνθήκη σημαδεμένη από το ειδικό βάρος του πολιτικού στη λήψη των αποφάσεων. Με γνώμονα, κυρίως, την παράμετρο αυτήν, μπήκαν στην τότε ΕΟΚ η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία ευελπιστώντας ότι έτσι θα προστατευόταν η δημοκρατία.

Και τα τρία χαρακτηριστικά άλλαξαν μετά τη δεκαετία του 1990. Η γερμανική ενοποίηση και η εσπευσμένη ένταξη των περισσότερων πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών άλλαξαν τις ισορροπίες υπέρ της Γερμανίας. Σ’ αυτό συνέτειναν δύο ακόμη παράγοντες. Η αγωνία του Φρ. Μιτεράν να φρενάρει τη διαφαινόμενη γερμανική κυριαρχία τον ώθησε να συνηγορήσει για ένα νέο νόμισμα, το ευρώ, φτιαγμένο κατ’ εικόνα του γερμανικού μάρκου. Ετσι δημιουργήθηκε μία ιδιότυπη νομισματική ένωση που οδήγησε στην όξυνση των ανισοτήτων από χώρα σε χώρα. Τέλος, η κατίσχυση του νεοφιλελευθερισμού σε μία νέα συνθήκη, της «παγκοσμιοποίησης», συνέβαλε τα μέγιστα στη γερμανική οικονομική κυριαρχία.

Στα προηγούμενα προστίθεται ένα νέο στοιχείο. Η προϊούσα οικοδόμηση της Ε.Ε. και η ραγδαία αύξηση των μελών της τη μετέτρεψαν σε έναν τεράστιο γραφειοκρατικό μηχανισμό, συχνά δυσκίνητο και ενίοτε αντιδημοκρατικό. Τεχνοκράτες και πολυποίκιλα λόμπι βαραίνουν στις αποφάσεις ενίοτε περισσότερο και από τους αιρετούς των χωρών-μελών.

Τα παραπάνω διαγράφουν τις οικονομικές δυσκολίες συνύπαρξης της χώρας στην Ε.Ε. και προοικονομούν την πολιτική στάση των κυρίαρχων οικονομικών δυνάμεών της. Θα ήταν δύσκολο αν όχι απίθανο να αλλάξει η Γερμανία, καλύτερα οι ισχυρές της οικονομικές ελίτ, την ακολουθούμενη πολιτική σήμερα, όταν αυτή της επέτρεψε να εδραιώσει την υπεροχή της. Θα ήταν ακόμη πολύ δύσκολο να δεχτεί τα ελληνικά αιτήματα όταν όλο αυτό το διάστημα μέρος των γερμανικών συστημικών ΜΜΕ προετοίμαζαν το έδαφος για το αντίθετο φιλοτεχνώντας την εικόνα του Ελληνα τεμπέλη.

Σημαίνει αυτό ότι μία χώρα, η Ελλάδα, δεν πρέπει να έχει λόγο, και μάλιστα διαφορετικό από αυτόν των κυρίαρχων ευρωπαϊκών δυνάμεων; Προφανώς ναι. Εδώ βρίσκεται και η σημαντικότερη επιτυχία της ελληνικής κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις. Επανεισήγαγε, εν μέρει έστω, το τρίτο από τα αρχικά χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής ενοποίησης, το πολιτικό, και έδωσε λαβή σε διεργασίες για την αποκατάσταση του δεύτερου, τον περιορισμό της ανισοκατανομής ισχύος.

Σημαίνει αυτό ότι η Ελλάδα πρέπει να εγκαταλείψει την Ε.Ε.; Αν η παραμονή είναι δύσκολη, η έξοδος συνιστά ατελέσφορη φαντασιακή καταφυγή στο παρελθόν, σε μία συνθήκη διεθνοποίησης, άρσης των συνόρων. Αλλά ακόμη κι αν δεν υπήρχε αυτό, ποιος ξεχνά ότι τα εθνικά κράτη υπήρξαν χώροι άσκησης εξουσίας και κρατικής βίας; Γιατί οι εξουσιαζόμενοι θα μπορούσαν στο πλαίσιό τους να παραμερίσουν ευκολότερα τους εξουσιαστές τους;

Επί δεκαετίες, ως χώρα και ως Ελληνες, διστάσαμε ανάμεσα στην «έλξη» για την Ε.Ε. και την «απώθηση». Αυτό αποτυπώνεται στις σχετικές δημοσκοπήσεις. Είναι καιρός να μη θεωρούμε εαυτούς ξένους ή φτωχούς συγγενείς στην Ε.Ε., αλλά να τη δούμε και ως δική μας. Να θεωρήσουμε εαυτούς εταίρους που παλεύουν για τις αρχικές της αξίες. Εφικτό; Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από τη στάση των άλλων απέναντί μας, αλλά και από τη δική μας.

Αυτό προϋποθέτει δύο πράγματα. Ενεργότερη συμμετοχή στα ευρωπαϊκά τεκταινόμενα σε όλα τα επίπεδα. Και μία προσπάθεια στο εσωτερικό της χώρας με πυξίδα τις καλύτερες ευρωπαϊκές παραδόσεις: κοινωνική δικαιοσύνη, χρηστή διοίκηση και ανάπτυξη σε όφελος των πολλών. Αν δεν γίνουν τώρα, εδώ που φτάσαμε, πότε;

*καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών