ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενας πολιτικός της δεκαετίας του ’80 είχε εισαγάγει την «ντροπή» ως μέτρο αξιολόγησης της διακυβέρνησης: «Πετυχημένη κυβέρνηση είναι εκείνη που έχει κατά νου τους ανθρώπους που ντρέπονται. Αν καταφέρει να περιορίσει τον αριθμό τους, τότε είναι πετυχημένη. Αν όχι, απέτυχε».

Η αλήθεια είναι ότι τότε αδιαφόρησα, καθώς η αλαζονεία της νεότητας με έκανε να χρησιμοποιώ άλλα «εργαλεία» για να ζυγίζω την πολιτική και τους πολιτικούς: Αποτελεσματικότητα, παραγωγικότητα, ευρυθμία, ευστάθεια… Ακόμα και οι λογοτεχνικές ιστορίες των «ντροπιασμένων απόκληρων» της οικονομικής βίας φάνταζαν ως μυθοπλαστικές περιγραφές.

Αρχισα να προβληματίζομαι με την πολιτική διάσταση της «ντροπής» στη διάρκεια της δεκαετίας του ’90. Οι τηλεοπτικές εικόνες και τα ρεπορτάζ για τους εξαθλιωμένους από τον πληθωρισμό και την κρίση χρέους πολίτες της Νότιας και της Κεντρικής Αμερικής με οδήγησαν να αποδεχθώ την οργή και την απελπισία της αισχύνης ως σπουδαίες παραμέτρους της πολιτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων. Το 2008, όταν η κρίση των στεγαστικών δανείων επέτρεψε στις τράπεζες των ΗΠΑ να μετατρέψουν σε ανέστιους, χωρίς παρόν και μέλλον εκατομμύρια νοικοκυραίους, η «ντροπή» μετατράπηκε σε κριτήριο αξιολόγησης πολιτικής και πολιτικών. Ομως, η Μεσόγειος και ο Ατλαντικός, που παρεμβάλλονταν μέχρι την Αμερική, ενίσχυσαν την αίσθηση του απρόσβλητου και εγκλώβισαν την «αιδώ» στο θεωρητικό σύμπαν. Η ψευδαίσθηση της ασφάλειας διαλύθηκε το 2010.

Οι στρατιές των «ντροπιασμένων» που δημιουργήθηκαν από τις πολιτικές των μνημονιακών κυβερνήσεων, μας έκαναν με βίαιο τρόπο να συνειδητοποιήσουμε ότι η ηθική μείωση και ο εξευτελισμός που νιώθει αυτός που δεν έχει χρήματα να πληρώσει τους λογαριασμούς, το δάνειο, ακόμα και το γάλα του παιδιού του, δεν είναι τόσο μακριά όσο πιστεύαμε. Τα συσσίτια, τα σπίτια που έπαιρναν φωτιά από τα μαγκάλια του 21ου αιώνα, τα παιδιά που λιποθυμούσαν στα σχολεία… μετέτρεψαν -χωρίς όμως να το παραδέχονται δημόσια οι πολιτικοί- την «ντροπή» σε κριτήριο της εκλογικής συμπεριφοράς.

Φυσικά, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ του τόπου δεν είχαν την τόλμη και το θάρρος να παραδεχθούν ότι τα προνόμια που απολαμβάνουν οφείλονται στην άπελπι προσπάθεια εκατοντάδων χιλιάδων ψηφοφόρων, να απαλλαχθούν από την ασφυξία που προκαλεί η βλέννα της ντροπής. Τα προγράμματα των κομμάτων που κυβέρνησαν τον τόπο τη μνημονιακή περίοδο, αποκαλύπτουν την προσπάθεια να εξασφαλιστούν οι ψήφοι των απελπισμένων από το άγος της οικονομικής δυσπραγίας με υποσχέσεις για διαγραφές και ρυθμίσεις χρέους, καλύτερους μισθούς και νέες καλοπληρωμένες δουλειές.

Υπό το πρίσμα αυτό, η συνεισφορά των «ντροπιασμένων» στην εκλογική επικράτηση της Ν.Δ., τον Ιούλιο του 2019, μπορεί να ήταν καθοριστική. Εχει άραγε αναλογιστεί ο πρωθυπουργός τι οφείλει στους ψηφοφόρους που οι εισπρακτικές, οι τράπεζες, οι απλήρωτοι λογαριασμοί και η αδυναμία να προσφέρουν στα παιδιά τους αυτό που ήθελαν, τους έκαναν να αισθάνονται κοινωνικά και οικονομικά εξοβελισμένοι;

Εχει αναρωτηθεί πόσοι επένδυσαν στις υποσχέσεις του για μια νέα ευκαιρία; Μάλλον όχι. Στα τρία χρόνια της διακυβέρνησής του, κατάφερε να σκορπίσει ακόμα περισσότερη «ντροπή», στην οποία όμως –σε αντίθεση με τους προηγούμενους– προσέδωσε χαρακτηριστικά «τιμωρίας». Βγάζουν το βιος σου στο σφυρί; Είναι η δικαιοσύνη, είπαν. Βλέπεις το παιδί σου να μαραζώνει ψάχνοντας δουλειά; Αλλοι έχουν περισσότερα προσόντα, απάντησαν. Το μεροκάματο πείνας δεν φτάνει; Είναι θέμα προσφοράς και ζήτησης, ισχυρίστηκαν. Οι δουλειές που προσφέρονται ισοδυναμούν με σκλαβιά; Αν έχεις ανάγκη, δέχεσαι τα πάντα, υποστήριξαν.

Από το καλοκαίρι του ’19, είμαστε μάρτυρες μιας μεθοδευμένης προσπάθειας να αντικατασταθεί η «ντροπή» με την «ενοχή», ώστε οι «ντροπιασμένοι» να αισθάνονται «ένοχοι». Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, μέχρι να ξεσπάσει η ακρίβεια, κατάφεραν ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας να αποδεχθεί την αμερικανική εκδοχή της «ντροπής».

Οι φουσκωμένοι λογαριασμοί, όμως, τους χάλασαν το σχέδιο να αλλοιώσουν το νόημα των λέξεων. Αντε, τώρα, να πείσεις τους χιλιάδες νοικοκύρηδες που ξυπνούν και κοιμούνται με την ντροπή του κομμένου ρεύματος, ότι είναι… ένοχοι. Αντε να πείσεις τους υπερχρεωμένους που έχουν να διαλέξουν ανάμεσα στην εισπρακτική που τους ντροπιάζει και στον λογαριασμό του φυσικού αερίου, ότι είναι… ένοχοι. Αντε να πείσεις τους χιλιάδες αμήχανους γονείς που δεν μπορούν να πάνε τα παιδιά τους μια βόλτα με το αυτοκίνητο, ότι είναι… ένοχοι. Αντε να πείσεις τις νοικοκυρές που κοκκινίζουν από ντροπή στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, επειδή δεν τους φτάνουν τα λεφτά, ότι είναι… ένοχες.

Αλλά η «ντροπή» δεν έχει πει τον τελευταίο της λόγο. Θα τον πει, όταν οι εξαγγελίες και τα διαγγέλματα αναμετρηθούν με την πραγματικότητα του άδειου τραπεζικού λογαριασμού.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας