ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εικόνα που παραπέμπει στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου: Καλοζωισμένοι πολιτικοί, που η καθημερινότητά τους κινείται στα στενά όρια του κράτους του Κολωνακίου, εξορμούν στη σκληροτράχηλη περιφέρεια για να υφαρπάξουν την ψήφο «άγνωστων» (μεταφορικά και κυριολεκτικά), τραχέων, ακατέργαστων στους αστικούς κώδικες συμπεριφοράς και ενίοτε αποκρουστικών ψηφοφόρων.

Ο τρόπος που συμπεριφέρονται και ο δημόσιος λόγος που χρησιμοποιούν για να απευθυνθούν στο ακαλλιέργητο ακροατήριό τους είναι δηλωτικό της απαξίωσης και της βαριεστημάρας. Αυτοί οι πορφυρογέννητοι, να είναι αναγκασμένοι να συνομιλούν με τον λαουτζίκο που δεν ξέρει γαλλικά, δεν έχει τρόπους και -άκουσον άκουσον- έχει την απαίτηση να πληρώνεται για τη δουλειά του! Ας όψεται η ψήφος.

Κρύβουν την απέχθεια και για να ξεμπερδεύουν με τους αχρήστους καταφεύγουν στο δολερό και παραπλανητικό «Θα». Εκατομμύρια Ελληνες έχουν διασκεδάσει με την ξεδιαντροπιά και το ψέμα των κενόδοξων πολιτικών του «Υπάρχει και φιλότιμο», της «Βουλευτίνας», του «Θανασάκη του πολιτευόμενου», του «Ζητείται ψεύτης»… Η κινηματογραφική απεικόνιση της μωρότητας του υπερφίαλου, που θεωρεί ότι μπορεί να εξαπατά, να παραπλανά, να χειραγωγεί τους άλλους σίγουρα προκαλεί γέλιο. Οταν όμως στην καθημερινότητά του ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τέτοιες αντιλήψεις και συμπεριφορές, σταματά να διασκεδάζει και αγανακτεί και -πολύ συχνά- οργίζεται.

Σήμερα η ελληνική κοινωνία, αιφνιδιασμένη και αμήχανη, προσπαθεί να μην πνιγεί από τα κύματα των ανατιμήσεων. Ηλεκτρικό ρεύμα, βενζίνη, τρόφιμα, βασικά καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες ακριβαίνουν, κάνοντας κάποιους πλουσιότερους και όλους τους υπόλοιπους φτωχότερους. Η περιγραφή που έκανε το 1926 ο Δ. Καλιτσουνάκης για τις επιπτώσεις του πληθωρισμού εξακολουθεί να είναι επίκαιρη: «Κερδοσκοπικαί επιθυμίαι γεννώνται εις ευρύτερους κύκλους μακράν του οικονομικού βίου ευρισκόμενους […] και επιδιώκεται διά της κυβείας (σ.σ. ο προσπορισμός παράνομων κερδών από χρηματιστήρια) άκοπος ωφέλεια».

Οσοι ζουν από την εργασία τους έχουν εναποθέσει στην πολιτική ηγεσία τις ελπίδες να περιοριστεί η κερδοσκοπία και να προστατευθεί η αγοραστική αξία της ήδη υποτιμημένης αμοιβής τους. Ηλπιζαν ότι οι κυβερνώντες θα κινητοποιούσαν τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες για να ελέγξουν τη νομιμότητα των αυξήσεων στο ηλεκτρικό, στη βενζίνη και στα τρόφιμα, θα υιοθετούσαν πολιτικές ώστε να επιμερίσουν δίκαια το κόστος των ανατιμήσεων και, τέλος, αν όχι να τιμωρήσουν, τουλάχιστον να αποδοκιμάσουν όσους εκμεταλλεύτηκαν τις «περιστάσεις» για να κερδοσκοπήσουν.

Τίποτα από αυτά δεν έγινε. Κανείς δεν ασχολήθηκε με την πολιτική τιμών στην ενέργεια, στα τρόφιμα και στα καύσιμα. Κανείς δεν ερεύνησε αν το ύψος των ανατιμήσεων δικαιολογείται από την πραγματική μεταβολή του κόστους. Κανείς δεν διερεύνησε τις πολιτικές τιμών που αξιοποιούν την ισχύ την οποία προσφέρει η ολιγοπωλιακή δομή επιμέρους αγορών. Αν η στάση αυτή συνδυαστεί με τη φανερή απροθυμία της κυβέρνησης να φορολογήσει τα υπερκέρδη από την έκρηξη των τιμών και την άρνηση να αποδοκιμάσει τις κερδοσκοπικές πρακτικές, τότε έχει κάθε λόγο να αισθάνεται ανυπεράσπιστος στις ορέξεις των κερδοσκόπων.

Κάποιοι θα αντιτείνουν την αύξηση του κατώτατου μισθού, την επιδότηση της βενζίνης και τα μέτρα ελάφρυνσης των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας, για να υποστηρίξουν το ενδιαφέρον της κυβέρνησης για τα θύματα των ανατιμήσεων. Η αναγωγή όμως στην καθημερινότητα αποδεικνύει το έωλο αυτών των επιχειρημάτων. Στην πραγματικότητα, τα «ευεργετικά» μέτρα που έχουν ανακοινωθεί δεν διαφέρουν από τα δόλια και κάλπικα «Θα» των «πολιτικών» της μεγάλης οθόνης. Δεν έχει κανείς παρά να συγκρίνει «οφέλη» για να αντιληφθεί ότι η κυβέρνηση, δίνοντας «ψίχουλα» στους πολλούς, κατάφερε να αφήσει στο απυρόβλητο τις πρακτικές των κερδοσκόπων της απόγνωσης.

Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός παπαγάλισαν τα επιχειρήματα που τον τελευταίο αιώνα επικαλούνται οι πολιτικές ηγεσίες για να δικαιολογήσουν τις μεροληπτικές πολιτικές υπέρ του πλούτου. Αν μελετήσει κανείς την ιστορία των ανατιμητικών κρίσεων από το 1918 μέχρι σήμερα, θα διαπιστώσει ότι επαναλαμβάνεται.

Στην Ισπανία του 1918 ο πληθωρισμός είχε ξεφύγει. Οι τιμές μεταξύ του 1913 και του 1918 είχαν αυξηθεί 50% ενώ οι μισθοί μόλις 25%. Οι πολιτικοί, για να δικαιολογήσουν την εύνοια στους ολιγάρχες του πλούτου, επικαλέστηκαν τη «λογική» και το «συμφέρον της πατρίδας». Οταν οι απελπισμένοι βγήκαν στους δρόμους, για να μείνουν ανέπαφα τα κέρδη των γαιοκτημόνων, της εκκλησίας, των βιομηχάνων, των τραπεζιτών, δεν δίστασαν να προχωρήσουν σε άγρια καταστολή.

Στην Ελλάδα του 1922 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ξέσπασε ακόμα μια πληθωριστική κρίση. Οι έμποροι και οι βιομήχανοι προχώρησαν μέχρι και σε πενταπλασιασμό των τιμών. Οι εξαθλιωμένοι εργάτες και υπάλληλοι διεκδίκησαν αναπροσαρμογή των αμοιβών τους. Με καθυστέρηση αρκετών μηνών, δόθηκαν αυξήσεις που κάλυπταν μόνο ένα μικρό μέρος των απωλειών από τον πληθωρισμό, αλλά οι εργοδότες περίμεναν την ευκαιρία για να τις ακυρώσουν. Ετσι, όταν η δραχμή άρχισε να ανατιμάται, απαίτησαν μειώσεις των μισθών έως 50%. Η «επαναστατική κυβέρνηση», επικαλούμενη και αυτή τη «λογική» και το «εθνικό συμφέρον», όχι μόνο αγνόησε τους πεινασμένους, αλλά δεν δίστασε να ακολουθήσει ακραία καταστολή για να υποστηρίξει τα συμφέροντα των κερδοσκόπων.

Στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, η έκρηξη του πληθωρισμού οδήγησε στην πείνα και στην εξαθλίωση εκατομμύρια ανθρώπους. Οι κυβερνήσεις της Βαϊμάρης στο όνομα του «εθνικού συμφέροντος», αντί να συνδράμουν τους αδύναμους, επέλεξαν να στηρίξουν τα βιομηχανικά και τραπεζικά τραστ.

Στις ΗΠΑ της δεκαετίας του ‘70, η πληθωριστική κρίση αντιμετωπίστηκε με την πολιτική Βόλκερ που οδήγησε σε συμπίεση των μισθών και αύξηση της ανεργίας. Στο όνομα μάλιστα της σταθεροποίησης, ξεκίνησε η κατεδάφιση του θεσμικού πλαισίου που περιόριζε την ισχύ των τραπεζών και του βιομηχανικού συμπλέγματος, ενώ με αλλεπάλληλες φορολογικές ρυθμίσεις υπέρ του πλούτου περιορίστηκε το κοινωνικό κράτος και διευρύνθηκαν οι ανισότητες.

Δυστυχώς η κυβέρνηση, ανάμεσα στα θύματα και στους θύτες της κερδοσκοπίας, έχει επιλέξει να ενισχύει τους δεύτερους. Αυτό που απομένει να δούμε είναι αν θα επιλέξει την καταστολή για να αντιμετωπίσει αυτούς που οδηγεί στην πείνα και στην ανέχεια.

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας