Ακούμε τις τελευταίες μέρες τις κυβερνητικές ανακοινώσεις που αναμεταδίδουν οι τηλεοπτικοί σταθμοί. Η επιφυλακτικότητα τόσο για αυτά που ακούγονται όσο και για εκείνους που τα λένε είναι πλέον διάχυτη. Στην ελληνική κοινωνία –και όχι μόνο– σήμερα, εκτός από τους επιφυλακτικούς, υπάρχουν και οι καχύποπτοι. Πρόκειται γι’ αυτούς που αναζητούν κίνητρα, σκοπιμότητες και επιδιώξεις πίσω από κάθε δήλωση, κάθε ανακοίνωση, κάθε διάγγελμα. Στην πραγματικότητα, καταγράφεται ένας ιδιόμορφος διχασμός που τροφοδοτείται από την κυβέρνηση, η οποία αντί να αποδυθεί σε μια εκστρατεία πειθούς, επέλεξε τον δρόμο της παραπλάνησης με πειθώ. Ουσιαστικά, με όσα λέει και με όσα κάνει απεμπολεί το μεγαλύτερο όπλο που διαθέτει: την εμπιστοσύνη.
Αν κάποιος μελετήσει και συνδέσει τα επιχειρήματα και τη διαχείριση των αριθμών με τις επικοινωνιακές στρατηγικές, τότε στο συμπέρασμα που καταλήγει είναι ότι η χρήση τους διαπνέεται από μια σχεδόν εξόφθαλμη ασυνέπεια και ότι η επίκλησή τους προσαρμόζεται σε προειλημμένες αποφάσεις. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ειδικός για να διαπιστώσει ότι στον σχεδόν ενάμιση χρόνο της πανδημίας τα επιχειρήματα του ενός μήνα αξιοποιούνται σαν αντεπιχειρήματα τον επόμενο.
Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος στατιστικολόγος για να αντιληφθεί ότι ο ίδιος αριθμός που τη μια μέρα χρησιμοποιήθηκε ως κριτήριο για να σημάνει συναγερμός, μερικούς μήνες μετά αντιμετωπίζεται με βοερή αδιαφορία. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ειδικός στην επικοινωνία για να διαπιστώσει το πόσο εύκολα οι τωρινοί ήρωες μετατρέπονται σε αναξιόπιστους υπονομευτές, επειδή απλώς διατύπωσαν μια γνώμη που δεν βόλευε. Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος πολιτικός επιστήμονας για να διακρίνει ότι για την κυβέρνηση υπάρχει μόνο μία άποψη: η δική της.
Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται, κρίνουν, αξιολογούν και μετά πράττουν. Και η κυβέρνηση με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την υγειονομική κρίση έκανε ό,τι μπορούσε για να απαξιώσει τα πιο αποτελεσματικά όπλα που διέθετε στο οπλοστάσιο της: την εμπιστοσύνη και την πεποίθηση ότι ενδιαφέρεται για τους πολλούς. Πρόβαλλε αντιφατικά και ενίοτε αυτοδιαψευδόμενα μηνύματα. Εκανε κερδοσκοπική αξιοποίηση του φόβου, προκειμένου να ψηφίσει νομοθετήματα που όταν θα έχει τελειώσει η πανδημία θα κάνουν την ήδη δύσκολη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων οικογενειών αφόρητη. Χώρισε τους ανθρώπους σε κατηγορίες με κριτήριο τη σύμπλευση με τις απόψεις της.
Κοντολογίς, απαξίωσε τη δύναμη της πειθούς και αλαζονικά αγνόησε τον βασικό κανόνα της διαχείρισης μιας κρίσης, σύμφωνα με τον οποίο η επιτυχία ή η αποτυχία εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη που έχουν οι άνθρωποι στην κυβέρνησή τους. Υπό το πρίσμα αυτό, η επιφυλακτικότητα και η καχυποψία είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας της να εκτιμήσει τη δύναμη της αποδοχής.
Κάποιος δεν χρειάζεται να επιστρέψει στα μεσαιωνικά χρόνια για να βρει παραδείγματα προηγούμενων καταρρεύσεων της κυβερνητικής εμπιστοσύνης που βοήθησαν να εξαπλωθούν οι λοιμώξεις. Οι θεωρίες συνωμοσίας και η έντονη απέχθεια για τις κυβερνητικές εντολές εμπόδισαν τις προσπάθειες για τον έλεγχο του ιού του Εμπολα κατά τους πρώτους μήνες της επιδημίας στη Δυτική Αφρική το 2014. Στην πανδημία γρίπης H1N1 το 2009, έρευνες στην Ιταλία, την Ολλανδία και την Ελβετία διαπίστωσαν ότι η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση συνδεόταν με την ευρύτερη υιοθέτηση προτεινόμενων συμπεριφορών, όπως το πλύσιμο των χεριών, η κοινωνική αποστασιοποίηση και ο εμβολιασμός.
Το ίδιο συνέβη και στο Χονγκ Κονγκ κατά την διάρκεια της επιδημίας SARS το 2003. Μια πρόσφατη μελέτη που έγινε σε 23 χώρες, διαπίστωσε ότι εκείνοι που ζουν σε χώρες με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση ήταν πολύ πιο πιθανό να πλένουν τα χέρια τους, να αποφεύγουν τα μέρη με πολυκοσμία και να κάνουν προσωπικές θυσίες για να σταματήσουν τη διάδοση του ιού. Το συμπέρασμα είναι αυταπόδεικτο: πολίτες που εμπιστεύονται την κυβέρνησή τους είναι πιο πιθανό να αποδεχτούν ότι οι κίνδυνοι είναι πραγματικοί και να ακολουθήσουν τις συμβουλές και τις οδηγίες της.
Η αλήθεια είναι ότι η επιφυλακτικότητα και η καχυποψία δεν εμφανίζονται μόνο στην Ελλάδα. Στην Ευρώπη, εκατομμύρια πολίτες έχουν απομακρυνθεί από τις ηγεσίες τους, δεν τις ακούν και δεν συμμορφώνονται στις οδηγίες τους. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί παροδικό, αλλά μπορεί να είναι προάγγελος μιας γενικευμένης πολιτικής κρίσης, με απρόβλεπτες συνέπειες στην ποιότητα της δημοκρατίας. Η κυβέρνηση –σήμερα κιόλας– επιβάλλεται να ανακρούσει πρύμναν ώστε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, όχι μόνο προς την ίδια αλλά και προς την πολιτική. Θα πρέπει όμως να συνειδητοποιήσει ότι η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται ούτε με κατηγορίες ούτε με τιμωρίες ούτε με απαξίωση ούτε…
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
