Μετά το έτος-τομή 1989, οι διεθνείς σχέσεις έχουν ενταχθεί σε άλλου τύπου ρυθμιστική και κανονιστική λογική, σε αναφορά προς όσα ίσχυαν κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες (19ο και 20ό). Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, οι οποίες παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, εκ των πραγμάτων, διαμορφώνονται στο πλαίσιο της νέας διεθνούς πραγματικότητας.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, ποια είναι αυτή η νέα διεθνής πραγματικότητα και πώς αυτή επηρεάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Και στο πλαίσιο των νέων δεδομένων, όπως και παλαιότερα, τα επιμέρους εθνικά κράτη επιδιώκουν να αποκτήσουν μεγαλύτερη ισχύ για να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους, αλλά αυτό δεν γίνεται με τη μέθοδο του πολέμου. Οι ραγδαίες εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν θέσει στο περιθώριο τον πόλεμο, τις πολεμικές συγκρούσεις, ως μέθοδο επίλυσης των διαφορών μεταξύ των εθνικών κρατών. Αυτό συμβαίνει επειδή η ιστορική φάση της εθνογένεσης των κρατών έχει ολοκληρωθεί και κατά συνέπεια οι οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ τους επιλύονται μέσω των κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, δηλαδή μέσω του διαλόγου. Εξάλλου ο Καντ ήδη από το έτος 1795 (πριν από την εμφάνιση των εθνικών κρατών) στο μνημειώδες κείμενό του «Για την αιώνια ειρήνη» τονίζει ότι «το διεθνές δίκαιο πρέπει να θεμελιώνεται σε μία ομοσπονδία ελευθέρων κρατών». Αυτό, λοιπόν, συμβαίνει στις μέρες μας. Τα εθνικά κράτη έχουν καταστεί ελεύθερα και ανεξάρτητα στον βαθμό που αποδέχονται και συνυπογράφουν τους κανόνες της διεθνούς συνύπαρξης.
Στο ερώτημα πώς μπορεί να επιτευχθεί ένας φιλειρηνικός συμβιβασμός ανάμεσα στις πανίσχυρες πιέσεις των εθνικών κρατών, για την προώθηση των συμφερόντων τους, από τη μία, και τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου που έχουν καθολική και παγκόσμια ισχύ, από την άλλη, την απάντηση μπορεί να τη δώσει η ίδια η νέα διεθνής πραγματικότητα. Διαπιστώνουμε ότι στις μέρες μας έχουν συντελεστεί ριζικές αλλαγές σε τρία πεδία της παγκόσμιας σφαίρας επιρροής. Το ένα είναι το πεδίο της παγκοσμιοποίησης, το άλλο αναφέρεται στις εσωτερικές διεργασίες των εθνικών κρατών, τα οποία σταδιακά εντάσσονται σε αυτό που ονομάζουμε «μεταεθνική συνθήκη», και το τρίτο έχει να κάνει με τα πρωτεία που έχει αποκτήσει το οικονομικο-διαχειριστικό στοιχείο έναντι του πολιτικο-εθνικού της πρώιμης νεωτερικότητας.
Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στις μέρες μας διαμορφώνονται εντός του πλαισίου της παγκοσμιοποίησης έστω και με δειλά, αλλά σταθερά βήματα. Τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, όπως π.χ. ο τουρισμός, το εμπόριο, οι επενδύσεις κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Οι οικονομικές-εμπορευματικές συναλλαγές μπορούν να ενισχυθούν περαιτέρω. Ανασχετικός παράγοντας προς αυτές τις εξελίξεις είναι ένα υπερτροφικό πνεύμα όσον αφορά την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης και στα δύο κράτη (Ελλάδα και Τουρκία). Φαίνεται πως και στα δύο αυτά εθνικά κράτη έχει εμφιλοχωρήσει κατά την ιστορική εξέλιξή τους μια πολιτική και θεσμική αναντιστοιχία ως δομικό στοιχείο. Ενώ ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα ιδρύθηκε η Τουρκία ως εθνικό κράτος και η Ελλάδα θεμελιώθηκε επίσης ως εθνικό κράτος, στις αρχές του 19ου αιώνα, το συνειδησιακό φορτίο των δύο λαών έχει γίνει δυσβάσταχτο. Η θεσμική ή η πολιτική αναντιστοιχία ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τη λαϊκή συνείδηση για την Ελλάδα καθίσταται εμφανής το τελευταίο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο η Αθήνα εμποδίζεται να εντάξει τις σχέσεις της με την Αγκυρα στο πλαίσιο της «μεταεθνικής συνθήκης».
Και όταν μιλάμε για τη «μεταεθνική συνθήκη» δεν εννοούμε την κατάργηση των εθνικών κρατών. Εννοούμε δύο πράγματα: πρώτον, την υπέρβαση της εθνογενετικής διαδικασίας και, δεύτερον, την ένταξη των εθνικών κρατών στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Η λαϊκή ιδεολογία για τον εχθρό που ονομάζεται «Τούρκος» και η υπόρρητη πολιτική αντιπαράθεση με την Τουρκία κατά τους εορτασμούς των 200 χρόνων (1821-2021), με την πρόσκληση μόνο των εκπροσώπων των Μεγάλων Δυνάμεων που συμμετείχαν στη ναυμαχία του Ναβαρίνου και όχι του συνόλου των φιλελλήνων σε παγκόσμια κλίμακα, καταδεικνύουν πώς και γιατί η Ελλάδα ως εθνικό κράτος εμποδίζεται να συμμετάσχει στη «μεταεθνική συνθήκη» διεθνώς. Στο επόμενο κείμενό μου θα αναλύσω πώς τα εθνικά προβλήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων μπορούν να «μεταφραστούν» σε οικονομικο-τεχνικά ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου.
* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
