Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 έχουν περάσει πια πολλά χρόνια. Αλλά κανένας άνθρωπος του ποδοσφαίρου, που παρακολουθούσε τότε τα εγχώρια δρώμενα, δεν έχει ξεχάσει την ποιότητα του ποδοσφαιρικού Παναθηναϊκού (που ξεδιπλώθηκε και εντός και εκτός συνόρων). Του δημιουργήματος μίας σπουδαίας προσωπικότητας του ποδοσφαίρου της χώρας μας, που από την Πρωταπριλιά του 2004 δεν υπάρχει ανάμεσά μας: του Γιάννη Κυράστα. Λίγους μήνες πριν την κορυφαία στιγμή στη μέχρι τώρα ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, το έπος της Πορτογαλίας, αποχαιρέτισε τη ζωή ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλε αρκετά σε αυτό, καθώς διαμόρφωσε την ψυχοπνευματική, σωματική και τακτική ιδιοσυγκρασία αρκετών βασικών στελεχών της Εθνικής του Ότο Ρεχάγκελ.
Έτσι, για όλα αυτά, ο Γιάννης Κυράστας άφησε μεγάλη παρακαταθήκη. Οι ομάδες του δεν ευδοκίμησαν σε καιρούς νηνεμίας, αλλά είχαν απέναντί τους ένα παρασκήνιο που όμοιό του δύσκολα να έβρισκες εκείνη την εποχή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Κι όμως, ο Γιάννης Κυράστας και οι μάγκες του το κοίταξαν στα μάτια, γιατί δημιούργησαν υστεροφημία και αναγνωρίστηκαν από όσους ανθρώπους και εκτός της οικογένειας των «πράσινων» τιμούν τα παντελόνια και τη συνείδησή τους. Ο τότε Ολυμπιακός είχε πολύ καλή ομάδα, παίκτες που κοσμούσαν στην κυριολεξία τον εγχώριο ποδοσφαιρόκοσμο, αλλά είχε και υπέρ του συνθήκες πρωτόγνωρες, πολύπλευρες (και αρκετά συζητήσιμες….) που δυσκόλευαν πολύ το έργο των υπόλοιπων ομάδων. Ο Παναθηναϊκός και η ΑΕΚ αντιστάθηκαν, αλλά κάποια στιγμή λύγισαν. Όταν, πάντως, ήταν προπονητής του πρώτου ο Γιάννης Κυράστας η λέξη αντίσταση σύχναζε διαρκώς στα λημέρια της λέξης ποιότητα…
Για την προσωπικότητα του ίδιου οι μόνοι αρμόδιοι να μιλήσουν είναι όσοι τον έζησαν από κοντά. Καταλαβαίνεις, όμως, ακόμα και αν δεν τον συναναστράφηκες πως είχε το σωστό εγωισμό, τον αυτοσεβασμό του ανθρώπου που θέλει να πετύχει, εκείνου που δίνει στο χρόνο τη διάσταση της λελογισμένης πάλης για την επίτευξη ενός σκοπού. Φαινόταν πως ήταν απαιτητικός, γιατί ήθελε να καταξιωθεί στις συνειδήσεις του χώρου του ποδοσφαίρου με βασικά όπλα τη δουλειά και τη μεθοδολογία. Δεν του αρκούσε απλά να εκμεταλλευτεί τις δυνατότητες των ποδοσφαιριστών που είχε στη διάθεσή του. Αλλά πάσχιζε να τους βελτιώσει, να τους μπολιάσει με το μικρόβιο του να ψάχνουν οι ίδιοι από μόνοι τους το ταβάνι τους, να μάθουν να σκέφτονται σωστά και με προοπτική, να βλέπουν το γήπεδο ως καμβά για να «ζωγραφίσουν».
Κάθε χρόνο την Πρωταπριλιά, τη μέρα των ψεμάτων, μία αλήθεια οδυνηρή έρχεται ξανά στις μνήμες, με τρόπο συγκινητικό. Όλα αυτά, δηλαδή, που μας βγάζει κάθε αφιέρωμα για τον Γιάννη Κυράστα, ειδικά εκείνα που επενδύονται με την κατάλληλη μουσική υπόκρουση. Ο Γιάννης Κυράστας είναι κατά βάση μία διαχρονική αξία που πρέπει να αξιοποιηθεί γιατί τέτοια πρότυπα έχει ανάγκη το ελληνικό ποδόσφαιρο στους δύσκολους καιρούς που διανύει. Ήταν, είναι -και θα είναι για πάντα…- ένας μεγάλος, γιατί ένωσε τους εραστές της ποιότητας, γιατί γκρέμισε οπαδικά και μικρόψυχα τείχη, γιατί έφερε στο προσκήνιο το ποδόσφαιρο, γιατί έδωσε έμφαση στα έργα. Υπάρχει, άραγε, καλύτερος τρόπος να τον τιμήσει το ίδιο το ποδόσφαιρο από το να παλέψουν όλοι όσοι αντιλαμβάνονται μία τέτοια αναγκαιότητα για να φτιαχτούν ξανά καλές ομάδες, για να βγουν ξανά ποδοσφαιριστές με όρεξη για διακρίσεις στο διεθνή ανταγωνισμό και εμπλουτισμένες προσωπικότητες;
Έχω μία υποψία πως σχεδόν κανένας δεν βάζει στο σήμερα τέτοιους στόχους, γιατί μας παρασέρνει όλους ο ισοπεδωτισμός του ενεστωτικού ρεαλισμού, αλλά και γιατί αν πολυπηγαίνεις κόντρα στο ρεύμα σου έχουν έτοιμη την ταμπέλα… Γιατί πολύ απλά λείπουν εκείνοι οι οραματιστές που θα δουλέψουν για να αλλάξει το μοτίβο του σήμερα, που θα κλείσουν τα στόματα όσων βολεύονται με τη ραθυμία και τον φθαρτικό αυτοματισμό, αυτών δηλαδή που τα φέρνουν όλα στα μέτρα τους. Γιατί πολύ απλά σπανίζουν οι σύγχρονοι Κυράστες… Δεν είναι παρελθοντολαγνικό, ούτε άδικο, ούτε υπερβολικό, ένα τέτοιο συμπέρασμα. Όχι, είναι μία «κραυγή αγωνίας» για τους λανθασμένους δρόμους που έχουμε πάρει σε πολλούς τομείς όσον αφορά στο σύγχρονο ποδοσφαιρικό βιότοπο της χώρας μας.
