Στις αποσκευές τους οι πολιτικοί θα πρέπει να κουβαλούν μόνο μία πραμάτεια: την εμπιστοσύνη. Αν οι άνθρωποι έχουν την πίστη ότι αυτοί που διαχειρίζονται τις τύχες τους είναι ειλικρινείς και ότι μοχθούν για το κοινό καλό, τότε ο πολιτικός μπορεί να αισθάνεται ασφαλής. Αν όμως το ζιζάνιο της αμφιβολίας και της αμφισβήτησης των κινήτρων και των προθέσεων εισχωρήσει στο μυαλό των πολιτών, τότε μαζί με την εμπιστοσύνη χάνεται και η υπομονή.
Οι άνθρωποι σε περιόδους ομαλότητας συμπεριφέρονται με ευπιστία και ανοχή, και αυτό σίγουρα βοηθά τους πολιτικούς να παραπλανούν, να αποκρύπτουν και ενίοτε να συγκαλύπτουν τα κίνητρα και τις σκοπιμότητες. Οταν όμως οι κοινωνίες βρίσκονται αναγκασμένες να αντιμετωπίσουν απειλές μεταμορφώνονται σε καχύποπτες, δυσκολόπιστες και αντιδραστικές και τότε ακόμα και το αυτονόητο μετατρέπεται σε δυσεπίλυτο γρίφο.
Η πανδημική απειλή δοκιμάζει όχι μόνο τις αντοχές των ανθρώπων αλλά και την εμπιστοσύνη σε αυτούς που καλούνται να τη διαχειριστούν. Οι άνθρωποι δηλαδή που καλούνται να θυσιάσουν την καθημερινότητά τους, τα εισοδήματά τους, την κοινωνικότητά τους αρχίζουν να αναρωτιόνται για τα κίνητρα, τις σκοπιμότητες και τις προθέσεις αυτών που τους καλούν να εισφέρουν ένα κομμάτι της ζωής τους στον υγειονομικό πόλεμο. Και η Ιστορία προσφέρει πολλά παραδείγματα στα οποία οι απειλές μετατράπηκαν σε δοκιμασία της ευθυκρισίας, της ειλικρίνειας και της ανιδιοτέλειας αυτών που τις διαχειρίζονται.
Η κυβέρνηση απέτυχε να εκτιμήσει τη σημασία της εμπιστοσύνης στην προσπάθεια αντιμετώπισης της πανδημικής απειλής. Μπορεί στον δημόσιο λόγο της να επικαλούνταν την «κοινωνική ευθύνη», αλλά στην πράξη έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της για να αποδείξει ότι στο μυαλό της η έννοια «κοινωνική» αφορά τους… άλλους.
Με εφαλτήριο την «έκτακτη ανάγκη της πανδημίας» η κυβέρνηση αξιοποίησε την «πολιτική της καραντίνας» για να μετατρέψει σε νόμους τις ιδεολογικές εμμονές της, ενώ για να αντιμετωπίσει αυτούς που αντιδρούσαν εμφάνισε τη διαφωνία ως ανευθυνότητα. Ετσι, αντί να σεβαστεί την «ανακωχή της πανδημίας», την αξιοποίησε για να κλείσει λογαριασμούς που οι περισσότεροι από αυτούς επιβάρυναν τους πολλούς, τους ανώνυμους, αυτούς που χρειάζονται περισσότερο το κράτος-αρωγό. Στους δώδεκα μήνες που πέρασαν, επέδειξε έναν πρωτόγνωρο πολιτικό κυνισμό που αρκετές φορές έφτασε στα όρια της βαρβαρότητας προκειμένου να μετατρέψει την εργασία σε προνόμιο και την αγορά σε θεότητα.
Αν η αντιπολίτευση προχωρούσε στη σύνταξη της «Μαύρης Βίβλου» της πανδημίας και αξιολογούσε τις επιπτώσεις κάθε νόμου που ψηφίστηκε στις μέρες του κορονοϊού, τότε εύκολα θα μπορούσε να διαπιστώσει κάποιος ότι οι περισσότεροι νέοι νόμοι είχαν στόχο να συντρίψουν -ή να κάνουν πιο ευάλωτο- το τείχος που προστατεύει τους οικονομικά και κοινωνικά αδύναμους από τη βουλιμία των ισχυρών. Η Παιδεία, οι εργασιακές σχέσεις, το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, ο Πτωχευτικός Κώδικας, ο αποχαρακτηρισμός περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, η Υγεία και πολλά ακόμα σύρθηκαν στο τραπέζι του Προκρούστη προκειμένου να προσαρμοστούν στις επιδιώξεις της κυβέρνησης.
Ομως οι άνθρωποι δεν είναι αφελείς. Πληροφορούνται, αντιλαμβάνονται, αναρωτιόνται, αναζητούν και κρίνουν. Η αμφιβολία για τις προθέσεις, η αλαζονική συμπεριφορά και η υπεροπτική αντιμετώπιση αυτών που διαφωνούν οδήγησαν πολλούς στην απόφαση να περνάνε από κρησάρα κάθε δήλωση, κάθε επιχείρημα, κάθε δικαιολογία και να αναζητούν σε κάθε λέξη και σε κάθε φράση κρυφά κίνητρα και ανομολόγητες σκοπιμότητες. Πόσους; Αγνωστο. Σίγουρα όμως αυτοί που αμφισβητούν σήμερα την ειλικρίνεια των προθέσεων της κυβέρνησης είναι περισσότεροι σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν.
Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση προκάλεσε μια κρίση εμπιστοσύνης που σε καιρούς έκτακτης ανάγκης είναι όχι μόνο ανώφελη αλλά και επιβλαβής. Σήμερα το ποσοστό αυτών που δηλώνουν ότι μπορούν να την εμπιστευτούν μειώνεται. Οι στατιστικές της πανδημίας αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση με την πολιτική ατζέντα. Πολλοί αντιμετωπίζουν τα διαγγέλματα και τις υπουργικές δηλώσεις ως επιλογές που εξυπηρετούν επικοινωνιακές σκοπιμότητες. Είναι πλέον φανερό ότι ο πρωθυπουργός ανάμεσα στην πολιτική σκοπιμότητα και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης επέλεξε την πρώτη, αν και γνώριζε ότι η επιλογή αυτή μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική τόσο για τη διαχείριση της πανδημίας όσο και για την κοινωνική συνοχή.
Θυσιάζοντας την εμπιστοσύνη στον βωμό της σκοπιμότητας κατάφερε να γυρίσει το ρολόι στα «πέτρινα χρόνια». Στην εποχή των διαχωρισμών, των αποκλεισμών και των αφορισμών. Στα χρόνια τού «Εμείς» και του «Αυτοί». Στα χρόνια που η διαφωνία δεν αντιμετωπιζόταν ως διαφορετική άποψη αλλά ως απειλή. Ετσι απεμπόλησε την ευκαιρία να διεκδικήσει το πιο σπουδαίο τρόπαιο που προσφέρει μια κρίση: την εμπιστοσύνη.
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
