Στο κείμενο του δημοσιογράφου Γιώργου Σταματόπουλου με τον βαρύγδουπο, δημοσιογραφικού ποιου, τίτλο «Η αλήθεια για τα ποιήματα του 1821» («Εφ.Συν.», 5/3/2021), κατηγορούμαι ότι στη βιβλιοκρισία μου «Το ’21 στην ποίηση: “Κειμήλιο κλήρας, καπνιστό μπαρούτι, καριοφίλι” (Φιλύρας)» για την ανθολογία «Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα» (Ανθολόγηση, εισαγωγικές σημειώσεις, επιμέλεια, εργογραφικά σημειώματα ποιητών Κώστας Σταμάτης, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη 2020) («Εφ.Συν.», 20-21/2/2021), ο λόγος μου είναι «κραυγαλέα αντιφατικός».
Επειδή πρώτα γράφω: «Η ογκώδης ανθολογία “Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821”, που επιμελήθηκε ο συγγραφέας Κώστας Σταμάτης, έρχεται να καλύψει ένα υπαρκτό κενό καθώς, αν στους ειδικούς μελετητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας τα ποιήματα για την Επανάσταση δεν είναι άγνωστα, το γενικό αναγνωστικό κοινό δεν τα διέθετε σε μια ευρεία ανθολογική παρουσίασή τους».
Ενώ, στη συνέχεια, γράφω: «Είχε προηγηθεί, πριν από μια δεκαετία, το 2011, η ανθολογία του ποιητή Ηλία Γκρη “Το 1821 στην ελληνική ποίηση” (Κέδρος) που, όμως, με τα 140 ποιήματα που περιέλαβε είναι σχεδόν μισή σε έκταση συγκρινόμενη με την ανθολογία του Σταμάτη».
Για κάθε καλόπιστο αναγνώστη, δεν υπάρχει καμία αντίφαση. Η προηγούμενη, θεματικά ομόλογη, ανθολογία του Ηλία Γκρη είναι μισή σε αριθμό σελίδων ως προς την ανθολογία του Σταμάτη, περιλαμβάνει αρκετά λιγότερα ποιήματα και έχει πολύ μικρότερα συνοδευτικά κείμενα. Η ποσοτική σύγκριση ελέγχεται βεβαίως και στη βάση ποιοτικών κριτηρίων που επαληθεύουν ότι η δεύτερη ανθολογία καλώς έγινε (και μακάρι να γίνουν και άλλες).
Συνεπώς, χωρίς να απαξιώνεται ή να υποβιβάζεται η πρώτη ανθολογία, η δεύτερη έρχεται να λειτουργήσει ως κάλυψη του «υπαρκτού κενού», λόγω της πολύ πιο «ευρείας» ανθολογικής παρουσίασης του σχετικού υλικού. Επίσης η φράση «υπαρκτό κενό» εννοεί και το, εξίσου αυτονόητο, ότι στο πρωτογενές υλικό της ελληνικής ποίησης των δυο τελευταίων αιώνων τα ποιήματα για την Επανάσταση είναι πολύ περισσότερα από όσα ανθολόγησε πρώτος ο Γκρης και δεύτερος ο Σταμάτης, όπως μπορεί να γνωρίζει με ασφάλεια κάποιος που το αντικείμενο της συστηματικής έρευνάς του είναι η ελληνική ποίηση του 19ου, του 20ού και του 21ου αιώνα, εν προκειμένω εγώ.
Ο λόγος που κυρίως υπαγόρευσε αυτή την απαντητική επιστολή είναι οι εμφανώς ειρωνικοί και απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί και εκφράσεις του δημοσιογράφου Σταματόπουλου για την επιστημονική ιδιότητά μου: «ο καθηγητής έβοσκε κάπου αλλού την ώρα που [υπο]τύπωνε αυτήν την παράγραφο», «Καθόλου καλά δεν τα λέει ο κύριος καθηγητής», «Καθόλου επιστημονικό δεν είναι…», «Τι μας λέει ο ειδήμων καθηγητής» και άλλες παρόμοιες.
Ως προς αυτή την τόσο κακόγουστη πλευρά του κειμένου του Σταματόπουλου, πλευρά που τον εκθέτει χωρίς δυστυχώς ο ίδιος να το αντιλαμβάνεται, το ερώτημα που νομίζω ότι έχει νόημα να διατυπώσω δημόσια είναι γιατί η «Εφ.Συν.» πυροβολεί τα πόδια της; Με άλλα λόγια, ως εντελώς αδέσμευτος από κάθε πολιτική δέσμευση διανοούμενος (με αυτό τον αυτοπροσδιορισμό γράφω τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια σε αρκετές εφημερίδες κείμενα λογοτεχνικής και φιλολογικής κριτικής, όπως και στην «Εφ.Συν.» εδώ και σχεδόν τρία χρόνια), αναρωτιέμαι από ποιο μακρινό παρελθόν και από ποια αλύτρωτα τραύματα πηγάζει η βαθιά συμπλεγματική στάση επιθετικότητας αρκετών φερώνυμων αριστερών, όπως ο Σταματόπουλος, απέναντι σε ανθρώπους που έχουν επιστημονική-θεσμική ιδιότητα.
Πέρα από τα όποια ψυχαναλυτικά αίτια μιας τέτοιας στάσης, που δεν μπορώ να γνωρίζω ή να διαγνώσω, με απασχολούν τα βαθιά ιδεολογικά κίνητρά της. Οταν η πραγματική και πραγματικά αδέσμευτη Αριστερά (των ονείρων μας) αποδεχθεί ότι η αριστεία δεν είναι ρετσινιά, τότε μπορεί και η «μαχόμενη» δημοσιογραφία της να μάθει να ασκείται με όρους νηφάλιου λόγου και σοβαρότητας.
Δεν ήθελα να απαντήσω στον καθηγητή όταν μου έστειλε μήνυμα στην ηλεκτρονική μου διεύθυνση, κυρίως για να τον προφυλάξω από τα ακατανόητα που γράφει -αδυνατεί να απαντήσει επί της ουσίας. Αφού όμως απευθύνει ερώτημα προς την «Εφ.Συν.» («γιατί πυροβολεί τα πόδια της;») απαντώ λέγοντας ότι όχι μόνο δεν πυροβολεί τα πόδια της η εφημερίδα, αλλά προασπίζεται τον κριτικό, καθαρό λόγο -τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Το ποιος εκτίθεται φαίνεται από την επιστολή του κυρίου καθηγητή. Του υπενθυμίζω απλώς ότι οι αναγνώστες αυτής της εφημερίδας δεν είναι χασμώμενοι, ούτε πτοούνται από δήθεν αυθεντίες.
Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Εφ.Συν.» τη Δευτέρα 08/03/2021.
