Οι 15 περίπου μήνες κατά τους οποίους ο πλανήτης κινείται στους ρυθμούς που επιτάσσει ο covid-19 ήταν αρκετοί για να αλλάξουν, όχι μόνο τις διεθνείς ισορροπίες και το πλαίσιο των κανόνων που είχαν διαμορφωθεί μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου που βασίζονταν στη συλλογικότητα, αλλά και την ίδια την αντίληψη για τη Δημοκρατία. Η έννοια της συλλογικότητας αγνοήθηκε.
Η αλληλεγγύη «προσαρμόστηκε». Η δύναμη της εμπειρίας και της γνώσης παραμερίστηκαν. Η συνεργασία απομακρύνθηκε. Σήμερα, οι αξίες αυτές υποκαταστάθηκαν από την κυνική, απροκάλυπτη και απροσχημάτιστη «ισχύ» που χαρακτηρίζει όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης. Η θεσμοθετημένη κανονικότητα της «ισχύος» αποκάλυψε τις αυταρχικές τάσεις που διαπνέουν τη φιλοσοφία διακυβέρνησης και οι οποίες δοκιμάζουν τις αντοχές τη Δημοκρατίας.
Η πανδημία ανέδειξε την υποκρισία που διαπνέει τη ρητορική των ηγεσιών, τόσο στη διαχείριση του πλανήτη όσο και στη διακυβέρνηση των χωρών. Οι επικλήσεις του παρελθόντος στον αλτρουισμό και τη «συλλογικότητα» αποδείχθηκε ότι δεν ήταν τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο, παρά κοινοτοπίες που συγκάλυπταν τα ιδιοτελή κίνητρα των αρχόντων. Η σχεδόν πλήρης απουσία διεθνών θεσμών στη διαμόρφωση μιας συλλογικής απάντησης στην πανδημία και η εθνικιστική προσέγγιση στα προβλήματα που προκάλεσε ο Covid-19, απέδειξε την κυριαρχία της ιδεολογίας τού «καθένας για τον εαυτό του».
Αυτός ο πολιτικός «ατομικισμός» που ήταν η κορύφωση μιας πολιτικής η οποία ξεκίνησε από τον Ρέιγκαν και τη Θάτσερ και με την πάροδο των δεκαετιών απέβαλε ως αντιπαραγωγικά τα «κοινωνικά» χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης, εξέθρεψε σε δεκάδες χώρες εκατοντάδες εκατομμύρια δυσαρεστημένους ψηφοφόρους, οι οποίοι επιδοκίμασαν ηγέτες που εξυμνούσαν την αποτελεσματικότητα της επιβολής και του αυταρχισμού. Και φυσικά το δόγμα της δύναμης στην πολιτική, είχε ως αποτέλεσμα να παραμεριστούν διεθνείς υποχρεώσεις και περιορισμοί που επέβαλαν τα διεθνή θεσμικά όργανα και οι διεθνείς συμφωνίες.
Σε αντίθεση με τη στάση που είχαν τηρήσει σε προηγούμενες υγειονομικές κρίσεις, φορείς όπως G7, G20 και Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ παρακολουθούν με την αποστασιοποίηση του παρατηρητή τα κύματα του κορονοϊού. Ο ΠΟΥ αντιμετωπίζεται με επιφυλακτικότητα και απαξίωση. Η ασυντόνιστη, χαοτική και εθνοκεντρική διεθνής απάντηση στον Covid-19 πυροδότησε αντιπαραθέσεις και εντάσεις.
Ο Τραμπ εμφάνισε τον Covid-19 ως «ο κινεζικός ιός». Κινέζικα κρατικά μέσα ενημέρωσης απάντησαν, επιμένοντας ότι άλλες χώρες ενδέχεται να ήταν υπεύθυνες για τη διάδοση του ιού. Το σκηνικό σύγκρουσης ενισχύθηκε και από τις ηγεσίες των υπολοίπων ισχυρών κρατών, που χαρακτήρισαν την υγειονομική κρίση ως κρίση εθνικής ασφάλειας. Ετσι, η ιδιοτέλεια μετέτρεψε τη διεθνή συνεργασία, σε θέμα στενού εθνικού συμφέροντος, στο οποίο η αποτελεσματικότητα αντιμετώπισης της μετάδοσης μετατράπηκε σε «όπλο». Ακόμα και η προμήθεια των εμβολίων έγινε αιτία αντιπαράθεσης και διενέξεων.
Η ιδιοτέλεια και η σκοπιμότητα χαρακτηρίζει και την πολιτική που ακολουθείται στο εσωτερικό των χωρών. Στις ώριμες δημοκρατίες, οι κυβερνήτες άσκησαν αυξημένο έλεγχο στους απλούς πολίτες στο όνομα του περιορισμού της πανδημίας. Οι αυταρχικές κυβερνήσεις με πρόσχημα την πανδημία, προχώρησαν σε γενικευμένη καταστολή των επικριτών τους. Οι ηγέτες των δημοκρατιών με αυταρχικές τάσεις αξιοποίησαν την πανδημία για να «ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς». Σε όλο τον κόσμο, η αστυνόμευση της ιδιωτικότητας εντάθηκε. Οι κυβερνήσεις εκμεταλλεύτηκαν τις εξουσίες έκτακτης ανάγκης, για να προωθήσουν νομοθετικές ρυθμίσεις που κινούνταν στα όρια της συνταγματικότητας. Τα φαινόμενα χειραγώγησης της πληροφόρησης εντάθηκαν.
Το σίγουρο είναι, ότι σήμερα ο αριθμός των πολιτών που αναρωτιούνται για το εάν οι ηγέτες τους λαμβάνουν μέτρα κατά της πανδημίας έχοντας κατά νου αποκλειστικά το κοινό καλό, έχει μεγαλώσει. Σε αυτό αποκλειστικά υπεύθυνες είναι οι ηγεσίες που διαχειρίστηκαν την πανδημία, με κριτήριο την ισχύ – είτε σε διεθνές είτε σε εθνικό επίπεδο. Στη διάθεση των εμβολίων, οι πλούσιες χώρες αγνόησαν τις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Η «συμπαράσταση» και η «αλληλεγγύη» συνδέθηκαν με μακροπρόθεσμες πολιτικές και γεωπολιτικές επιδιώξεις. Το εύρος των… διασώσεων καθορίστηκε από την οικονομική και την πολιτική ισχύ του διασωζομένου. Η ανταπόκριση του τραπεζικού συστήματος και η παροχή ρευστότητας στις εκκλήσεις των πληττόμενων, ήταν σε άμεση συνάρτηση με το μέγεθός τους. Ακόμα και οι έλεγχοι για την τήρηση του πλαισίου για την αντιμετώπιση της πανδημίας, υπάκουσαν στο κριτήριο του «ειδικού βάρους». Οι σημαντικοί απολαμβάνουν μια σιωπηρή αμνηστία, ενώ οι ασήμαντοι συγκεντρώνουν όχι μόνο το ενδιαφέρον αλλά και την μήνι των μηχανισμών.
Το ερώτημα που αναδεικνύεται επιτακτικά δεν είναι αν οι άνθρωποι νικήσουν την πανδημία, αλλά το πώς θα είναι η ζωή τους σε έναν μεταπανδημικό κόσμο, που θυσίασε την αλληλεγγύη και τη συνεργασία για χάρη της ισχύος.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
