ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργης-Βύρωνας Δάβος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε μία από τις πρωτοποριακές τους επιστημονικές μελέτες για την αδυναμία της ανθρώπινης λογικής να ξεπεράσει την ευκολία της στερεότυπης σκέψης και της εμπειρικής και συμπεριφορικής αντίληψης των καταστάσεων και της λήψης αποφάσεων μπροστά σε περιστάσεις ρίσκου, αβεβαιότητας και κινδύνου, οι νομπελίστες ψυχολόγοι Kahneman και Tversky ασχολήθηκαν με ένα, ανατριχιαστικά προφητικό, πείραμα που ονόμασαν «Πρόβλημα της Ασιατικής Νόσου».

Εκεί οι δύο διαπρεπείς επιστήμονες αποδεικνύουν πόσο η παράμετρος της «πλαισίωσης» των δεδομένων και της υπόθεσης επηρεάζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να ληφθεί μία απόφαση και να καθοριστεί το αποτέλεσμά της. Εμμέσως, δε, περιγράφουν το πώς οι διάφορες θεσμικές εξουσίες επιχειρηματολογούν για να αποπροσανατολίσουν την αντίληψη της κοινής γνώμης, ιδίως σε ό,τι αφορά το επίμαχο θέμα της «χρησιμότητας».

Προτάσσοντας διαρκώς την αρχή του ωφελιμισμού, η πολιτική πασχίζει να πείσει τους πολίτες πως κόπτεται για το «ύψιστο καλό», εκμεταλλευόμενη τον φόβο του ανθρώπου μπροστά στο αβέβαιο και το ρίσκο και προσπαθεί άοκνα (κατά τους Kahneman και Tversky) να «επηρεάσει την πολιτισμική στάση απέναντι στην αβεβαιότητα και τον κίνδυνο».

Ιδίως στους καιρούς μας, όπου η «οικονομικοποίηση της πολιτικής» εκτείνεται σε κάθε «μορφή ζωής» του ανθρώπου, η εξουσία εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη διαπιστωμένη, από την εποχή του Μπερνούλι έως τις έρευνες των Allais, Savage, Kahneman και Tversky κ.ά., τάση του να μεγιστοποιεί τη χρησιμότητα και να αποστρέφεται τον κίνδυνο. Με όπλο το δεδομένο πως «κανείς ποτέ δεν αποφασίζει και συμπεραίνει βάσει των αριθμών, αλλά με βάση μια αφήγηση», η κάθε εξουσία πείθει τους πάντες, όπως ακριβώς μία π.χ. ασφαλιστική εταιρεία, να προτιμούν μια βεβαιότητα –έστω και ισχνή– από μια πιθανότητα ακόμη και μεγαλύτερου κέρδους.

Απτό παράδειγμα στην περίπτωσή μας τα «τζάμπα λεφτά» (εν είδει ρίσκου) που αρνείται να δώσει η ελληνική κυβέρνηση για να αντιμετωπιστεί η υγειονομική και οικονομική κρίση που προκάλεσε ο κορονοϊός, παρά τη διεθνή εμπειρία και τις έγκαιρες προειδοποιήσεις. Ο πρωθυπουργός αρνήθηκε να δώσει «τζάμπα λεφτά» από το πλεόνασμα για να δημιουργηθούν υποδομές και να στηριχτεί η κοινωνία. Ο υφυπουργός Υγείας αρνείται να δώσει «τζάμπα λεφτά»για να επιτάξει ιδιωτικές κλινικές (εκφέροντας και μια διαστρεβλωμένη ερμηνεία της καθαυτό επίταξης). Η υπουργός Παιδείας δεν έδινε «τζάμπα λεφτά» για περισσότερες αίθουσες, λιγότερα παιδιά, περισσότερους εκπαιδευτικούς, ανάπτυξη της σχολικής πλατφόρμας πληροφορικής. Ο υπουργός Οικονομικών αρνείτο να δώσει «τζάμπα λεφτά» σε επιδότηση επιχειρήσεων και εργαζομένων από το πλεόνασμα.

Την ίδια στιγμή η κυβέρνηση ανακοινώνει (εν είδει θετικής πιθανότητας) το πώς θα διανεμηθούν τα φαινομενικά «τζάμπα λεφτά» –αλλά στην ουσία δανεικά και χρήματα των φορολογουμένων– του Υπερταμείου Ανάκαμψης της Ε.Ε. για τις επενδύσεις, που –όπως και στις ίδιες τις πρόνοιες των Βρυξελλών– δεν προβλέπει κονδύλια για ανάπτυξη δομών υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, αλλά μεγάλα έργα, τσιμεντοποίηση και περαιτέρω ιδιωτικοποιήσεις. Ή μοίραζε «τζάμπα λεφτά» σε μέσα ενημέρωσης για εκστρατείες κατά της Covid-19 ή συμβαλλόταν με τη Sisco για την τηλεκπαίδευση.

Κύριος άξονας της κυβερνητικής εξαπάτησης είναι η ψυχολογική τάση του πολίτη να προτιμά την έτοιμη λύση της βεβαιότητας του «status quo» (το αδιάθετο πλεόνασμα) από μία (αδικαιολόγητα) «προεξοφλούμενη μεταμέλεια» (δώσαμε τζάμπα λεφτά). Το ψευτοδίλημμα επίσης που (αντίστοιχα με τις οπτικές απάτες ανάμεσα σε ισομεγέθη ή όμοια σχήματα διαφορετικά δοσμένα) αφορά το πώς διατυπώνονται τα μεταβλητά μεγέθη κι οι πιθανότητες, εκμεταλλεύεται την ψυχολογική και συναισθηματική ακρασία του ανθρώπου να θεωρεί πως η αρνητική παρουσίαση των δεδομένων υπολείπεται μιας θετικής τους έκφρασης: ο νους συναισθηματικά ζυγιάζει διαφορετικά και με βάση τις μεταβολές, όχι τα απόλυτα επίπεδα. Το επιχείρημα ότι έχουμε λιγότερους νεκρούς από την Α χώρα φαντάζει θετικότερο από το δεδομένο ότι σε αναλογία με το μέγεθός μας έχουμε περισσότερους θανάτους και κρούσματα. Ο δε κίνδυνος της απώλειας («τζάμπα λεφτά») βαραίνει περισσότερο από την πιθανότητα να υπάρξει ωφέλεια από τη λήψη μέτρων.

Μόνο που όπως, τρομακτικά προφητεύοντας επιχειρήματα του «τζάμπα λεφτά», οι Kahneman και Tversky διαπιστώνουν στα συμπεράσματα της θεωρίας τους: «Οταν κάποιος αμελεί να λάβει μέτρα που θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει μια καταστροφή, δεν αναλαμβάνει την ευθύνη για την επέλευσή της».

* δημοσιογράφος, διδάκτωρ Γλωσσολογίας/Φιλοσοφίας